Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

ΕΥΘΥΝΗ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΙΑΤΡΩΝ – ΙΑΤΡΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑΣ – ΒΙΟΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Σύμφωνα με τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και τα εν γένει πονήματα για το δίκαιο της υγείας, η ποινική ευθύνη του ιατρού είναι ενιαία ανεξαρτήτως ειδικότητας, η δε ποινική ευθύνη του γενικού ιατρού θα πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται, αρχικά τουλάχιστον, στα πλαίσια της προβλεπόμενης εκ του νόμου ευθύνης των ιατρών γενικά.

Ο Νέος Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005)

Από το 1939 ήδη, ο Πα­νελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος συνέταξε Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας που αναφέρεται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των ιατρών, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με το Β.Δ. του 1955 «περί Κανονισμού Ιατρικής Δεοντολο­γίας» και αντικαταστάθηκε λίαν προσφάτως από το Νέο Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/8.11.2005, ΦΕΚ Α' 287), ο οποίος ρητώς βάσει του άρθρου 37 καταργεί το ΒΔ του 1955. Στην αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου στη βουλή ορίζεται ότι λόγω των επιστημονικών και κοινωνικών μεταβολών που σημειώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες κρίθηκε απαραίτητη η ύπαρξη ενός νέου νόμου, που θα συμπληρώνει το ΒΔ, αλλά πρωτίστως θα θέτει νέα ζητήματα υπό την μορφή ολόκληρων κεφαλαίων.
 Ο Νέος Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας, στο πρώτο άρθρο, ως ιατρική πράξη θεωρεί εκείνη που έχει σκοπό τη με οποιαδήποτε επιστημονική μέθοδο πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία και αποκατάσταση της υγείας του ανθρώ­που (αρ. 1 παρ. 1), καθώς επίσης και εκείνες που έχουν ερευνητικό χαρακτήρα, εφόσον αποσκοπούν οπωσδήποτε στην ακριβέστερη διά­γνωση, στην αποκατάσταση ή και τη βελτίωση της υγείας των ανθρώ­πων και στην προαγωγή της επιστήμης (αρ. 1 παρ. 2), όπως επιπλέον και τη συνταγογράφηση, την εντολή για διενέργεια πάσης φύσεως παρακλινικών εξετάσεων, την έκδοση ιατρικών πιστοποιητικών και βεβαι­ώσεων και τη γενική συμβουλευτική υποστήριξη του ασθενούς (αρ. 1 παρ. 3).
Το άρθρο 2 αναφέρεται στην άσκηση της ιατρικής ως λειτούργημα από τον ιατρό, ο οποίος υποχρεούται να τηρεί τον Όρκο του Ιπποκράτη, να αποφεύγει τις διακρίσεις μεταξύ των ασθενών (φύλο, φυλή, θρησκεία, εθνικότητα κ.ά.), να ασκεί την ιατρική συμφώνως προς τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της επιστήμης, να μη συμμετάσχει σε βασανιστήρια, να σέβεται την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια και να δύναται να επικαλείται λόγους συνειδήσεως, ώστε να μη μετέχει σε νόμιμες ιατρικές επεμβάσεις (π.χ. διακοπή κύησης).
Το άρθρο 3 με τη σειρά του αναφέρεται στην ηθική και επιστημονική ανεξαρτησία του ιατρού, όπου αυτός ενεργεί με βάση την εκπαίδευση του, την πείρα και τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης. Τονίζεται η ελευθερία του ιατρού στην επιλογή της ιατρικής μεθόδου αλλά συγχρόνως στην παρ. 4 καθίσταται σαφές ότι οιαδήποτε διαγνωστική ή θεραπευτική μέθοδος, η οποία δεν εφαρμόζεται από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα χαρακτηρίζεται ως πειραματική και η εφαρμογή της επιτρέπεται μόνο σύμφωνα με το νομικό και δεοντολογικό πλαίσιο που διέπει τη διεξαγωγή της επιστημονικής έρευνας.
 Τα άρθρα 4-7 πραγματεύονται με τη σειρά τους την εξασφάλιση της ποιότητας στην παροχή των υπηρεσιών της υγείας, τα ιατρικά πιστοποιητικά, τα κωλύματα και ασυμβίβαστα του ιατρικού επαγγέλματος και τον τρόπο άσκησης αυτού. Το άρθρο 8 αναφέρεται στο πρότυπο που πρέπει να χαρακτηρίζει τη σχέση ιατρού-ασθενή και δεν είναι άλλο από αυτό της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, του σεβασμού των ιδεολογικών αντιλήψεων του ασθενούς και της απαγόρευσης εκμεταλλεύσεως της εμπιστοσύνης του ασθενούς από τον ιατρό, ενώ το άρθρο 9 υποχρεώνει τον ιατρό να δίνει προτεραιότητα στην υγεία του ασθενούς και επιτρέπει τη μη παροχή των υπηρεσιών του μόνο εφόσον δεν τίθεται σε κίνδυνο η υγεία και η ζωή του ασθενούς.
Το άρθρο 10 τονίζει την υποχρέωση του ιατρού για διά βίου εκπαίδευ­ση, τη στιγμή που η άσκηση της ιατρικής γίνεται με τους γενικά παραδε­κτούς κανόνες και απαιτεί από αυτόν να γνωρίζει τα όρια των επαγγελμα­τικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται λοιπούς συναδέλφους του.
Το άρθρο 11 αναφέρεται στο μείζον θέμα της ενημέρωσης του ασθενούς. Στην παρ. 1 αναφέρεται ότι ο ιατρός έχει καθήκον αληθείας, πρέπει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή του για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της ιατρι­κής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους, τις εναλλα­κτικές προτάσεις, καθώς και τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης. Ως πολύ θετικό πρέπει να κριθεί ότι οι εναλλακτικές προτάσεις προκρίνονται ως τμήμα της υποχρεωτικής ενημέρωσης χωρίς περιορισμούς. Η κρα­τούσα έως τώρα θέση ήθελε τις εναλλακτικές θεραπείες ως μέρος της ενημέρωσης μόνο εάν συνεπάγονταν λιγότερες επιβαρύνσεις ή περισσό­τερες πιθανότητες επιτυχίας.
Η παρ. 2 αναφέρει τη δυνατότητα μη ενημέρωσης του ασθενούς, ο οποίος δεν επιθυμεί, και δυνατότητα υπόδειξης τρίτου προσώπου που θα γίνει δέκτης της ενημέρωσης, ενώ η παρ. 3 αναφέρεται σε ιδιαίτερες πε­ριπτώσεις που χρήζουν επιμελέστερης προσοχής στην ενημέρωση, όπως μεταμοσχεύσεις, υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, αλλαγή ή αποκατάσταση φύλου, αισθητικές και κοσμητικές επεμβάσεις.
Η 4η εξάλλου παράγραφος εξετάζει την περίπτωση του μη δυναμένου προς συναίνεση ασθενούς, όπου παράλληλα με την ενημέρωση αυτού θα πρέπει να ενημερωθούν και τα πρόσωπα που από το νόμο ορίζονται να συναινέσουν για αυτόν.
Το άρθρο 12 εξετάζει την καθαυτό συναίνεση, η οποία είναι απαραίτη­τη για την νομιμοποίηση κάθε ιατρικής πράξης (παρ. 1). Προϋποθέσεις έγκυρης συναίνεσης είναι η προηγούμενη ενημέρωση, η ικανότητα προς συναίνεση, η απουσία πλάνης, απάτης απειλής και το σύμφω­νο με τα χρηστά ήθη, αλλά και η κάλυψη της ιατρικής πράξης από τη συναίνεση σε όλη την έκταση της και καθ' όλη τη διάρκειά της. Εάν δεν υπάρχει ικανότητα προς συναίνεση και ο ασθενής είναι ανήλικος, αναζη­τείται η συναίνεση αυτών που ασκούν τη γονική μέριμνα, λαμβανομένης υπόψη της γνώμης του ανηλίκου, αναλόγως πάντα προς την πνευματική του ωριμότητα. Στην περίπτωση του ενηλίκου η σκυτάλη περνά στο δικα­στικό συμπαραστάτη ή τους οικείους.
Δυνατότητες απουσίας της συναινέσεως από τη διενέργεια μιας ιατρι­κής πράξεως προβλέπει το άρθρο 3 και κάτι τέτοιο είναι εφικτό σε κατεπεί­γουσες περιπτώσεις, σε απόπειρες αυτοκτονίας και όταν οι νόμιμοι αντι­πρόσωποι που καλούνται να αποφασίσουν, αρνούνται να συναινέσουν, ενώ υπάρχει απόλυτη ανάγκη άμεσης παρέμβασης για τη σωτηρία της ζωής του ενδιαφερομένου ατόμου.
Προβληματισμό στην περίπτωση της απόπειρας αυτοκτονίας προκαλεί η περίπτωση όπου προκειμένου να σωθεί το άτομο που επιχείρησε να αυτοκτονήσει θα πρέπει να υποβληθεί σε μια εξαιρετικά επώδυνη ιατρι­κή επέμβαση (π.χ. ακρωτηριασμός). Εάν αποδεχθούμε απόλυτα αυτό το κριτήριο ως δυνατότητα απουσίας συναινέσεως, τότε θα αποδεχόμασταν και την αναγκαστική θεραπεία, πχ. χημειοθεραπεία σε καρκινοπαθείς που δε θα συμφωνούσαν, καθώς η άρνηση τους θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στο θάνατο τους και επομένως θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως μια μορφής αυτοκτονία. Ίσως θα ήταν προτιμότερο εάν αντιμετω­πίζαμε με μεγαλύτερο σκεπτικισμό κάθε περιορισμό της αυτονομίας του ατόμου που απηχεί πατερναλιστικά παλαιότερα πρότυπα που δε συμβα­δίζουν με το πρότυπο συνεργασίας που θα πρέπει να διέπει τον ιατρό με τον ασθενή του.
Το άρθρο 13 εξετάζει το ιατρικό απόρρητο, το 14 το ιατρικό αρχείο και το 15 τη σύγκρουση καθηκόντων. Το άρθρο 16 ερευνά την κοινωνι­κή διάσταση του λειτουργήματος του ιατρού, το 17 και 18 τη σχέση του ιατρού με ΜΜΕ, διαδίκτυο και το 19 την αμοιβή του ιατρού. Το άρθρο 20 κάνει λόγο για την κοινωνική ασφάλιση, το 21 για τις ενδοεπαγγελματικές σχέσεις, το 22 για τα ιατρικά συμβούλια και το 23 για το ρόλο του ιατρού στην εκπαιδευτική διαδικασία άλλων ιατρών, φοιτητών, αλλά και των ίδιων των ασθενών (ή και μελών της οικογένειας τους), που πά­σχουν από χρόνια ασθένεια.

Τα άρθρα 24-27 πραγματεύονται τον καίριο τομέα της επιστημονικής έρευνας. Το άρθρο 24 αφού αναφέρει πανηγυρικώς ότι η έρευνα διεξά­γεται ελεύθερα στο πλαίσιο των θεμελιωδών ηθικών και πνευματικών αξιών που χαρακτηρίζονται από σεβασμό στον άνθρωπο και την αξιο­πρέπεια του (παρ. 1) ορίζει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις (παρ. 2), οι οποίες είναι: η ενημέρωση για τους κίνδυνους, τα δικαιώματα του συμ­μετέχοντος, τον εθελοντικό χαρακτήρα της συμμετοχής και τη δυνατότητα της ανά πάσα στιγμής ανακλήσεως της συναίνεσης, η οποία συναίνεση πρέπει να είναι ελεύθερη, ανεπιφύ­λακτη, ειδική και τεκμηριωμένη, η αναλογία οφελών / κινδύνων, η έγκριση ερευνητικού προγράμματος από Επιτροπή Βιοηθικής.
Τα άρθρα 29 έως 34 εν συνεχεία πραγματεύονται ειδικά θέματα, όπως αποφάσεις στο τέλος της ζωής (29), υποβοήθηση στην αναπαραγωγή (30), διακοπή κύησης (31), μεταμοσχεύσεις (32), αιμοδοσία (33) και προστασία γεννητικής ταυτότητας (34). Το άρθρο 35 προσδιορίζει τις σχέσεις του ιατρού με τον Σύλλογό του και το 36 τις κυρώσεις που συνε­πάγεται η μη τήρηση του κανονισμού δεοντολογίας.

Αναφορικά με την ποινική εκτίμηση της ιατρικής πράξης και έρευνας, καλό θα ήταν να αναφερθούν τα πρότυπα της σχέσης ιατρού με τον ασθενή, όπως αυτά έχουν αναπτυχθεί στη διάρκεια των ετών.
·        Το πρώτο πρότυπο είναι το Ιπποκράτειο, όπου ο ιατρός λειτουργεί με γνώμονα μονάχα το καλό του ασθενούς, ο οποίος βρίσκεται ουσιαστικά αφημένος στα χέρια του ιατρού του. Είναι το πρότυπο, όπου ο ιατρός αποφασίζει για όλα, δεν είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει, ούτε να λά­βει τη συναίνεση του ασθενούς από τον οποίο μπορεί και να αποκρύπτει στοιχεία. Είναι το πρότυπο που προτιμούν οι ιατροί και εκφράζεται χαρα­κτηριστικά με την εξής φράση: «ό,τι λέγω στον ασθενή μου πρέπει να είναι αλήθεια, αλλά ό,τι είναι αλήθεια δε χρειάζεται πάντοτε να του το λέγω». Το πρότυπο αυτό έχει ως ύψιστο αγαθό την αρχή της ωφελιμότητας, σύμφωνα με την οποία όχι μόνο δεν πρέπει να βλάπτεται ο ασθενής αλλά αντιθέτως να ωφελείται (αρχή του ωφελείν ή μη βλάπτειν).
·        Το δεύτερο είναι το πρότυπο της σύμβασης, όπου ο ιατρός εκτελεί συμβατικές εντολές. Ουσιαστικά πρόκειται για μία ιδιότυπη σύμβαση ερ­γασίας, συχνά και με στοιχεία έργου. Ο ιατρός υποχρεούται να παρά­σχει εργασία σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς όμως να εγγυάται και την επιτυχία της ενέργειας του. Αρκεί η λειτουργία να μην αντίκειται στο ιατρικά ορθό.
·        Το τρίτο πρότυπο είναι το πρότυπο της συνεργασίας, όπου αναπτύσσε­ται μία σχέση εμπιστοσύνης και αλληλοβοήθειας. Σε αυτό το τελευταίο πρότυπο, που ουσιαστικά είναι και το κυρίαρχο σήμερα, ο ασθενής δεν αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο της ιατρικής λογικής, αλλά ως ένας συ­νεργάτης που χρήζει βοηθείας. Για αυτόν ακριβώς το λόγο η σύμπραξη του ασθενούς κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να νομιμοποιείται ο ιατρός να επέμβει είτε κάνοντας μια απλή ιατρική πράξη είτε μία ερευνητική ή πειραματική ενέργεια. Η σύμπραξη του αυτή δεν έχει τη μορφή μιας απλής συμβατικής σχέσης, αλλά μιας γόνιμης συνεργασίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο ισχυροποιούνται επαρκώς και τα δικαιώματα του ασθενούς.

Ασθενής με την ευρεία έννοια είναι το πρόσωπο που απολαμβάνει τις υπηρεσίες του συστήματος υγείας χωρίς να είναι αναγκαστικά άρρωστος, αλλά με το να χρησιμοποιεί αυτές, είτε για αισθητικούς σκοπούς, είτε για καθαρά ενημερωτικούς (π.χ. ενημέρωση για μεταδοτικές ασθένειες, χω­ρίς να πάσχει το ίδιο το άτομο). Ο διαχωρισμός αυτός είναι αξιοπρόσεκτος, μιας και στην πρώτη περίπτωση υπάρχει πάντα άρρωστος και στη δεύτερη είτε άρρωστος είτε και υγιής.
Οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης συνδέονται καταρχήν άμεσα με αυτό που ονομάζουμε πανεπιστημιακή ιατρική. Πρόκειται δηλαδή για ό,τι στο πανεπιστήμιο στον τομέα της ιατρικής ως ιατρικώς σωστό και ενδεδειγμένο ισχύει και διδάσκεται.
Το πρόβλημα εδώ έχει να κάνει αφενός με το γεγονός ότι ανάμεσα στους κόλπους της ιατρικής πανεπιστημιακής κοινότητας αναπτύσσονται διαφορετικές και πολλές φορές συγκρουόμενες τάσεις για την αντιμετώ­πιση μιας ασθένειας, αφετέρου ότι μέσα στο πανεπιστήμιο διενεργούνται πειραματικές μέθοδοι, οι οποίες δε συνάδουν φυσικά με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, καθώς απέχουν από αυτό που ονο­μάζεται ιατρικό σίγουρο (στάνταρ).
Σε κάθε όμως περίπτωση και πέραν των προβλημάτων, η πανεπιστη­μιακή ιατρική παρέχει τα μεγαλύτερα εχέγγυα και σίγουρα μπορεί να βρί­σκεται πιο κοντά σε αυτά που ονομάζονται κανόνες της ιατρικής τέχνης. Για αυτόν ακριβώς το λόγο ο ιατρός, κάθε ειδικότητας, συμπεριλαμβανομένης και της Γενικής Ιατρικής, θα πρέπει να ενημερώνει πάντοτε τον ασθενή, εάν προτίθεται να χρησιμοποιήσει μία μέθοδο που απέχει από την πανεπιστημιακή ιατρική.
Στον αντίποδα της πανεπιστημιακής ιατρικής βρίσκονται οι εναλλακτι­κές μέθοδοι (ομοιοπαθητική, φυτοθεραπεία, ανθρωποσοφία ή η χρη­σιμοποίηση μιας νέας ιατρικής μεθόδου όχι ακόμα κοινά αποδεκτής από την πανεπιστημιακή κοινότητα κ.ά.). Αυτές οι μέθοδοι καλύπτονται από την ελευθερία επιλογής της ιατρικής μεθόδου, που είναι έκφραση της επιστημονικής ελευθερίας του ιατρού (Σ 16 παρ. 1). Κατά την κρατούσα άλλωστε άποψη, η επιλογή της ιατρικής μεθόδου είναι υπόθεση του ιατρού, ο οποίος έχει το δικαίωμα να την επιλέξει όπως η εκπαίδευση του, η γνώση του, η εμπειρία του και η πρακτική του το επιτάσσουν, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτή είναι πρόσφορη για την αντιμετώπιση της εκάστοτε ασθένειας.
Ορθότερο όμως φαίνεται ότι η επιλογή της ιατρικής μεθόδου δεν είναι μοναχά υπόθεση του ιατρού. Λαμβάνοντας ως γνώμονα το πρότυπο συ­νεργασίας που πρέπει να διέπει την σχέση του ιατρού με τον ασθενή, θα πρέπει η ιατρική μέθοδος να λαμβάνεται κατόπιν διαλόγου. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του ασθενούς, καίτοι δεν κατέχει ιατρικές γνώσεις, να επιλέξει σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά, ποια από όλες τις ιατρικές μεθόδους προτιμά να ακολουθήσει ή και να αρνηθεί οποιαδήποτε από αυτές (π.χ. βαριές χημειοθεραπείες).
Εξάλλου η επιλογή της ιατρικής μεθόδου στοχεύει στο καλό του ασθε­νούς και για αυτόν ακριβώς το λόγο θα πρέπει να έχει και αυτός λόγο για το τι είναι το καλό του. Ο ασθενής δεν είναι αντικείμενο της ιατρικής λογικής αλλά συνεργάτης στην ιατρική πράξη.
Η θεραπευτική άρα ελευθερία είναι ένα προνόμιο του ιατρού, προς όφελος όμως του ασθενούς και βρίσκει τα όριά της στη θέλησή του (νοluntas aegroti suprema lex est) και στην lege artis συμπεριφορά. Για αυτόν ακριβώς το λόγο είναι κοινώς αποδεκτή σήμερα η υποχρέωση ενημερώσεως του ασθενούς για τις εναλλακτικές θεραπευτικές μεθόδους στο βαθμό τουλάχιστον που οι διάφορες θεραπείες εγκυμονούν διαφορετικούς κιν­δύνους και επιβαρύνσεις. (βλ. και ανωτέρω άρθρ. 11 παρ. 1 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας )
Αξίζει να αναφερθεί ακόμα ότι μία νέα ιατρική μέθοδος, η οποία στην πράξη χρησιμοποιείται από πολλά ιατρικά κέντρα και έχει απομακρυνθεί από την ιατρική έρευνα και στα­διακά προσεγγίζει το ιατρικό στάνταρ θα πρέπει να παρουσιάζεται στον ασθενή ως μια υπαρκτή εναλλακτική μέθοδος.

Συνοπτική Παρουσίαση των Διαφόρων Μορφών της Ιατρικής Πράξεως

Ατομικό όφελος

Επιστημονικό όφελος

 όφελοςεοονικό όφελος
Θεραπευτική επέμβαση
Θεραπευτική έρευνα
Πειραματισμός

Χρησιμοποίηση μεθόδων, συμφώνων με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και με μοναδικό στόχο τη θεραπεία του ασθενούς.

Χρησιμοποίηση νέων μεθόδων με στόχο την ίαση και το καλό του ασθενούς και δευτερεύοντα στόχο
την απόκτηση γνώσεων, που ωφελούν την επιστημονική πρόοδο.

Χρησιμοποίηση νέων πειραματικών μεθόδων χωρίς καταρχήν αναμενόμενο ατομικό όφελος, αλλά με βασικό στόχο το επιστημονικό όφελος.

Α) Με τη χρησιμοποίηση
πεπατημένων μεθόδων.


Α) Με μόνο πιθανό ατομικό όφελος για τον συμμετέχοντα.


Β) Με τη χρησιμοποίηση εναλλακτικών μεθόδων (π.χ. ομοιοπαθητική).


Β) Με τουλάχιστον όφελος για άλλους ασθενείς, που πάσχουν από παρόμοια με τον συμμετέχοντα ασθένεια.

Γ) Με τη χρησιμοποίηση νέων
μεθόδων, που είναι γνωστές στην ιατρική επιστήμη αλλά δε συνάδουν ακόμα με το ιατρικό κεκτημένο.


Γ) Καθαρώς πειραματικές
χωρίς κανένα ατομικό ή ομαδικό όφελος, παρά μόνο κέρδος για την επιστημονική πρόοδο.


ΑΓΑΘΑ ΠΟΥ ΘΙΓΕΙ Η  ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ


Α)Η ανθρώπινη ζωή, πρώτο και κύριο από τα αγαθά που θίγει η ιατρική πράξη,   προστατεύεται από το άρ. 5 παρ. 2 του Συντάγματος και ποινικά από τα άρ. 299 επ. του Ποινικού Κώδικα. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής έχει απόλυτο χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν υπάρ­χει κλιμάκωση της ποινικής αντιμετωπίσεως του δράστη με βάση το είδος της ζωής.
Θεωρώντας ως δεδομένο ότι ο ιατρός κάθε ειδικότητας δε δρα με δόλο το θάνατο του ανθρώπου κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ενδιαφέρουσα είναι η σύντομη ανάλυση της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας (302 ΠΚ) για την οποία η διαδικασία διενέργειας μιας ιατρικής πράξεως μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες ποινικής ευθύνης.
Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος έγκειται στην ύπαρξη ενός σφάλματος ή πλημμέλειας κατά την άσκηση ενός νομίμου (π.χ. ιατρική πράξη) εγχειρήματος που οδηγεί στο θάνατο του ατόμου. Το σφάλμα αποτελεί την εξωτερική όψη της αμέλειας και βασικό στοιχείο της αντι­κειμενικής υποστάσεως. Θα πρέπει μάλιστα να υπάρχει αιτιώδης συ­νάφεια μεταξύ του σφάλματος και του αποτελέσματος (θάνατος) για να πληρωθεί η αντικειμενική υπόσταση.
Το αντικειμενικό αυτό σφάλμα ορίζεται είτε ως παράβαση γραπτού κανό­να που ρυθμίζει μια από τη φύση της επικίνδυνη συμπεριφορά, είτε ακόμη συνίσταται στην παράβαση ενός κανόνα συμπεριφοράς μιας τέτοιας επικίνδυνης δραστηριότητας, έστω και εάν ο κανόνας αυτός είναι άγραφος, εφόσον προσ­διορίζει τον ασφαλέστερο τρόπο σύμφωνα με την αντίστοιχη τέχνη ή επιστήμη.
Στην ιατρική επομένως πράξη, η ιατρική ευθύνη είναι ευθύνη επαγγελ­ματική και ο ιατρός οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που απαιτεί το επάγγελμά του γενικά, η ειδικότητά του ως γενικού εν προκειμένω ιατρού, αλλά και η συγκεκριμένη ιατρική πράξη ειδικότερα. Ιδιαίτερη προσοχή λοιπόν και επιμέλεια απαιτείται στην περίπτωση του γενικού ιατρού, που αντικείμενο της εκπαίδευσής του αποτελεί, όπως θα δούμε, ένα ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων και ευθυνών, τα όρια των οποίων είναι μάλλον δυσδιάκριτα και επισφαλή. Η ιατρική ευθύνη συνίσταται επομένως σε μια αντικειμενικά εσφαλμένη ενέργεια. Αυτό το ιατρικό σφάλμα δημιουργείται με μια απόκλιση από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και πιο συγκεκριμένα με την παράβα­ση τυποποιημένων ιατρικών κανόνων. Συνδέεται με ένα, σύμφωνα με την ιατρική επιστήμη, ακατάλληλο μέτρο.
Η πλημμελής συμπεριφορά μπορεί να φέρει και το χαρακτήρα μόνο παραλείψεως, οπότε και η τιμώρηση λαμβάνει χώρα, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 ΠΚ (ιδιαιτέρα νομική υποχρέωση). Και στην περίπτωση της παραλείψεως η αιτιώδης συνάφεια αυτής με το αποτέλεσμα είναι απαραίτητη.
Ως προς την υποκειμενική υπόσταση θα πρέπει να συντρέχει η αμέλεια (εσωτερική, δηλαδή ως μορφή υπαιτιότητας). Ποινή είναι τουλά­χιστον η τρίμηνη φυλάκιση και ενδεχομένως ως παρεπόμενη η απαγόρευ­ση ασκήσεως του επαγγέλματος  (67 ΠΚ).
Ως περιπτώσεις ανθρωποκτονίας εξ αμελείας έκρινε η νομολο­γία τη χρησιμοποίηση αναισθητικού χωρίς τον προηγούμενο έλεγχο της συνθέσεως αυτού, τη μη τήρηση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης διά της διενέργειας βεβιασμένης εγχειρήσεως, την επί μεγάλου χρόνου καθυστέρηση διεξαγωγής απαραιτήτου εγχειρήσεως (τρεις ώρες), την παραβίαση των κανόνων σύνεσης στους οποίους υποβάλλεται η ενάσκη­ση κάθε επαγγέλματος, τη μη διάγνωση της ασθενείας καίτοι αυτή ήταν δυνατή, τη μη έρευνα της μετεγχειρητικής καταστάσεως του ασθενούς, τη μη εξέταση αυτού, καθώς και τη μη μέριμνα για την αποτροπή του κινδύνου που έχει παρουσιαστεί για τη ζωή του.
Ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, σε ακραίο θεωρητικό παράδειγμα, μπορεί να υπάρχει μόνο στον ανθρώπινο πειραματισμό και στην περί­πτωση που ο ιατρός καίτοι θεωρεί δεδομένο το θάνατο του συμμετέχοντος σε πείραμα, προχωρά στο πείραμα καθώς τον ενδιαφέρουν τα αποτελέ­σματά του, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο του θανάτου του ανθρώπου (δό­λος β’ βαθμού ή ενδεχόμενος, εάν ήλπιζε ότι δε θα επέλθει).
Ο δόλος σε αυτήν την περίπτωση δεν καλύπτεται ούτε από μια ενδε­χόμενη συγκατάθεση του ατόμου, μιας και η ζωή δεν αποτελεί απαλλοτρι­ωτέο έννομο αγαθό και επομένως η συναίνεση ή η συγκατάθεση δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως.
Την αντικειμενική υπόσταση της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως την πληροί, όποιος με οποιοδήποτε μέσο προκαλεί αιτιωδώς το θάνατο άλ­λου (πράξη θανατώσεως και επέλευση του θανάτου). Είναι δυνατόν να τελεστεί και διά παραλείψεως σύμφωνα με τους όρους του άρ. 15 ΠΚ, ενώ μεταξύ της πράξεως θανατώσεως και του θανάτου θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια.
Η υποκειμενική υπόσταση απαιτεί πάντοτε δόλο, οποιουδήποτε βαθ­μού. Η ποινή είναι ισόβια κάθειρξη και η συναίνεση του ατόμου δεν αίρει το άδικο και ίσως μόνο ως ελαφρυντική περίσταση μπορεί να εκληφθεί.
Υπό προϋποθέσεις βέβαια η συναίνεση μπορεί να οδηγεί στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας εξ οίκτου (300 ΠΚ), εάν βεβαίως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις αυτού του άρθρου (σπουδαία και επίμονη απαίτηση, ανίατη πάθηση, οίκτος κ.τ.λ.).

Β)Η ιατρική πράξη μπορεί εκτός από την ανθρώπινη ζωή (Σ 5 παρ. 2, ΠΚ 299 επ.) να θίγει και τη δομική και οργανική ακεραιότητα του ανθρώ­που (Σ 7 παρ. 2, ΠΚ 308 επ.). Η δεύτερη πλήττεται είτε με «σωματική κάκω­ση» είτε με «βλάβη της υγείας». Ο δόλος σε αυτήν την περίπτωση είναι υπαρκτό ενδεχόμενο (π.χ. ο ιατρός που ακρωτηριάζει γνωρίζει και θέλει να τελέσει τον ακρωτηριασμό, άσχετα εάν αυτός μπορεί να είναι απαραίτητος).
Η συναίνεση ως λόγος άρσεως του αδίκου αίρει μόνο την απλή σωματική βλάβη και επομένως για τις λοιπές περιπτώσεις που είναι και οι συχνότερες στην ιατρική πρακτική (π.χ. επικίνδυνη, βαριά, θανατηφόρα σωματική βλάβη ή και εξ αμελείας ανθρωποκτονία) θα πρέπει να αναζητηθούν άλλες λύσεις.
Η αυθαίρετη ιατρική πράξη αποτελεί προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας (Σ 5 παρ. 1) και της αυτοδιαθέσεως (Σ 2 παρ. 1, σε συνδυασμό με 5 παρ. 1). Αυτή η αυθαιρεσία βρίσκει την ποινική της υπόσταση είτε στα ίδια τα εγκλήματα των σωματικών βλαβών (ΠΚ 308 επ.) είτε της προσωπικής ελευθερίας (παράνομη βία ΠΚ 330). Οι απόψεις διίστανται με βάση τις θεωρίες που εκτιμούν ποινικώς την ιατρική πράξη και κυρίως βάσει του κριτηρίου, εάν τα εγκλήματα των σωματικών βλαβών προστατεύουν παράλληλα και την αυτοδιάθεση του ανθρώπου, ή εάν οι όροι υγεία, σωματική ακεραιότητα έχουν και περιθώρια υποκειμενικής εκτιμήσεως. Η συνολική εκτίμηση αυτού του θέματος θα διαφανεί αφού παρουσιαστούν οι θεωρίες της ποινικής εκτιμήσεως της ιατρικής πράξεως.


Η ΕΥΘΥΝΗ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ


Την ευθύνη των ιατρών την απορρέουσα από πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση του έρ­γου αυτών δυνάμεθα να την διακρίνουμε σε:
  • Ποινική ευθύνη
  • Αστική ευθύνη
  • Πειθαρχική ευθύνη.

1. Ποινική ευθύνη
Είναι η ευθύνη την οποία έχει ο ιατρός όταν με τις πράξεις ή παρα­λείψεις του παραβιάζει μια ή περισσότερες διατάξεις νόμου για τις ο­ποίες επιβάλλεται ποινή, η οποία προβλέπεται από τον Ποινικό Κώδικα.
Η ποινική ευθύνη του ιατρού απορρέει από πράξεις ή παραλείψεις αυ­τού από τις οποίες προέκυψε κάποιο ποινικό αδίκημα, εξ αιτίας του ο­ποίου τέθηκε σε κίνδυνο κάποιο έννομο αγαθό, για την προσβολή του ο­ποίου ο Νόμος προβλέπει την επιβολή ποινής.
Τα ποινικά αδικήματα στα οποία είναι πιθανόν να υποπέσει ο ιατρός κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του διακρίνονται, όπως προαναφέρθηκε, σε δύο κατηγορίες:
 α. σε εγκλήματα από πρόθεση και β. σε εγκλήματα από αμέλεια.
Ειδικότερα στην πρώτη περίπτωση ανήκει το έγκλημα της άμβλωσης, η ευθανασία και η σωματική βλάβη από πρόθεση, ενώ στην δεύτερη πε­ρίπτωση ανήκει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και η σω­ματική βλάβη από αμέλεια. Επίσης ο ιατρός είναι ποινικά υπεύθυνος και για παράβαση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα.
Συνεπώς κατέστη ένοχος ανθρωποκτονίας εξ αμελείας ιατρός, ο οποί­ος παρότι έλαβε γνώση ότι η επίτοκός του είχε υποστεί καισαρική τομή κατά το παρελθόν, εν τούτοις δεν παρακολουθούσε αυτήν από κο­ντά, για την εφαρμογή κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής ή για να ενερ­γήσει νέα εγχείριση (νέα καισαρική τομή) προκειμένου να αποτρέψει τον κίνδυνο θανάτου αυτής. Εάν όμως την παρακολουθούσε από κοντά και ελάμβανε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα, δεν θα επέρχονταν ο θάνατος της επιτόκου.
Ακολούθως, ο ιατρός, λαβών γνώσιν περί της εισαγωγής της επιτόκου στο Νοσοκομείο και ενώ κλήθηκε κατ' επανάληψη να προσέλθει σ' αυτό προκειμένου να προσφέρει βοήθεια στην επίτοκο λόγω της κρισιμότη­τας της κατάστασης της, παρά ταύτα δεν προσήλθε εγκαίρως, αλλά μετά παρέλευση επτά ωρών και για λίγες στιγμές προ της επέλευσης του μοι­ραίου (ΑΠ 387/60 Ποιν. Χρ. ΙΑ' 87).
Εξ' άλλου κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας εξ' αμελείας ιατρός ο ο­ποίος ενήργησε μετάγγιση αίματος σε ασθενείς χωρίς προηγουμένως να προβεί ως όφειλε στον απαραίτητο έλεγχο της συμβατότητας του αίμα­τος των παθουσών προς το αίμα της αιμοδότριας το οποίο ανήκε σε άλλη ομάδα, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος των ασθενών, τον οποίο ηδύνατο αυτός να προβλέψει και να αποφύγει (ΑΠ 379/61 Ελ. Δικ. 3.296).
Επίσης κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας εξ αμελείας ιατρός για πράξεις και παραλείψεις αυτού κατά την διενέργεια αμυγδαλεκτομής συ­νεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατος του ασθενή (Πλημ. Χαλκ. 324/1973 Ποιν. Χρον. ΚΔ 146).

2. Αστική ευθύνη
Σε αντίθεση με την ποινική ευθύνη, όπου ο ιατρός ευθύνεται έναντι του ασθενούς για πράξεις ή παραλείψεις του, στην Αστική ευθύνη ο ιατρός -δημόσιος λειτουργός ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζη­μία την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρειά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως και για τις αποζημιώσεις στις οποίες υποβλήθηκε αυτό έναντι των τρίτων συνεπεία παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του οι οποίες έγιναν επίσης από δόλο ή βαρειά αμέλεια.
Δεν ευθύνεται ο ιατρός-δημόσιος λειτουργός έναντι τρίτων για τέτοιου είδους πράξεις ή παραλείψεις του (άρθρο 85 Υ .Κ.)·
Εξάλλου κατά το άρθρο 922 του Α.Κ. ορίζεται ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μια υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημιά, την οποία ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του.Συνεπώς ο ιατρός του ΕΣΥ, ο οποίος με πράξεις ή παραλείψεις του από δόλο ή βαρειά αμέλεια προξένησε ζημιά εις τρίτον - ασθενή, ευθύνεται αυτός έναντι του Δημοσίου και όχι έναντι του ασθενούς, για τον οποίο υπό­λογος είναι το Δημόσιο (άρθρο 71 του ΑΚ και 104, 105 και 106 του Εισαγ. Νόμου του ΑΚ).

3. Πειθαρχική ευθύνη
Είναι η ευθύνη των ιατρών που απορρέει από παράβαση σχετικών πει­θαρχικών διατάξεων (Ν. 1397/1983 άρθρο 35, 2071/1992 άρθρο 77, 2519/ 1997 άρθρο 39).
Συγκεκριμένα ο ιατρός είναι δυνατόν να διωχθεί πειθαρχικά εκτός από τα αδικήματα τα αριθμούμενα στις ανωτέρω διατάξεις και για ανάρμοστη και ασυμβίβαστη με το ιατρικό λειτούργημα συμπεριφορά, για παράβαση καθήκοντος σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 1565/1939 και του από 15/6/1955 ΒΔ ως και για αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και όταν για την πράξη του αυτή επιβάλλεται ποινή κατώτερη των προ­βλεπομένων από τον Ποινικό Κώδικα, ως και για κάθε άλλο αδίκημα στο οποίο ήθελε υποπέσει ο ίδιος και περιλαμβάνεται στις διατάξεις του Υ­παλληλικού Κώδικα (ΠΔ 611/77 άρθρο 206).


Ειδικότερα για την ποινική ευθύνη των ιατρών:
Οι θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί αναφορικά με την ιατρική πράξη και την ποινική της αξιολόγηση μπορούν σε μια πρώτη φάση να χωρι­στούν σε αυτές που θεωρούν καταρχήν κάθε μορφή ιατρικής πράξεως ως ολοκληρωμένη σωματική βλάβη και αναζητούν λόγους άρσεως του αδί­κου και σε αυτές που προσπαθούν να θεσπί­σουν αυτά τα κριτήρια, βάσει των οποίων η ιατρική πράξη δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης.
Παρουσιάζονται δύο πίνακες που εμπεριέχουν και ταξινομούν αυτές τις θεωρίες:
Ο πρώτος μεγάλος διαχωρισμός είναι σε αυτές που υποστηρίζουν τους λόγους άρσεως του αδίκου και σε εκεί­νες που αναζητούν τις λύσεις στην αντικειμενική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων (πίνακας 1).
Ο δεύτερος μεγάλος διαχωρισμός αντικατοπτρίζεται στο τρίπτυχο: αποτέλεσμα ιατρικής πράξεως - lege artis - συναίνεση (συγκατάθεση) του ασθενούς. Οι δύο βασικοί πόλοι είναι η επιτυχία ή αποτυχία της ιατρικής επεμβάσεως και η τήρηση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης. Η συναί­νεση (συγκατάθεση) στις εκάστοτε θεωρίες αντιμετωπίζεται διαφορετικά σε κάθε περίπτωση.
Οι ενδιάμεσες θεωρίες προσπαθούν ουσιαστικά να αμβλύνουν τις αντίθετες θέσεις και να λάβουν τα θετικά από τους δύο βασικούς πόλους (αποτέλεσμα, τήρηση κανόνων ιατρικής επιστήμης), καθώς και να αντιμε­τωπίσουν το πότε η θέληση του ασθενούς επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση, αίρει το άδικο ή περνά απαρατήρητη.


Πίνακας 1


ΘΕΩΡΙΕΣ ΛΟΓΩΝ ΑΡΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ
ΘΕΩΡΙΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΩΣ ΛΥΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ
Η θεωρία των λόγων άρσεως του αδίκου θεωρεί καταρχήν, ότι κάθε ιατρική πράξη πληροί την αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης και αναζητά λόγους άρσεως του αδίκου (συναίνεση, εικαζόμενη συναίνεση, κατάσταση ανάγκης).
Οι θεωρίες αυτές απομακρύνονται από τους λόγους άρσεως του αδίκου και μεταφέρουν το πρόβλημα στην ίδια την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ερευνώντας κάτω από ποιες προϋποθέσεις η ιατρική πράξη δε συνιστά έγκλημα. (βλ. παρακάτω αναλυτικά).
Α. Αυθεντική είναι η εγχείρηση ως εγχείρηση
και όχι ο θεραπευτικός σκοπός
Α. Οι θετικές προς το σώμα πράξεις δεν επιτρέπεται να μεταμορφώνονται σε ποινικώς κολάσιμες ενέργειες
Β. Οποιαδήποτε επέμβαση συνεπάγεται μια
έστω και μικρή σωματική κάκωση
Β. 0 ιατρός διακατέχεται από επιθυμία ιάσεως, η οποία αποκλείει το άδικο της συμπεριφοράς
Γ. 0 ασθενής προστατεύεται πληρέστερα και από την αυθαίρετη ιατρική πράξη
Γ. Η ιατρική πράξη πρέπει να κρίνεται ως ενιαία και όχι οι μεμονωμένες ενέργειες


  • ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΝ ΤΗ ΛΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ

Α)ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ

Η θεωρία του αποτελέσματος ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την επιτυχία ή αποτυχία της ια­τρικής πράξεως. Η επιτυχής δε συνιστά σωματική βλάβη, ενώ η αποτυχημένη είτε δικαιολο­γείται λόγω του επιτρεπόμενου ρίσκου ή του κοινωνικώς πρόσφορου, είτε λόγω της επιθυ­μίας ιάσεως του ιατρού, οπότε αποκλείεται ο δόλος. Η αμέλεια, από την άλλη, πάλι δεν υφίστα­ται, εάν αυτός έδρασε lege artis. Η ύπαρξη ή μη της συναινέσεως είναι αδιάφορη.


Β)ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ

1. Τροποποιημένη θεωρία του αποτελέσματος
Ελέγχεται, εάν η επέμβαση επι­δρά έντονα και επηρεάζει τα συστατικά του οργανισμού. Εάν ισχύει κάτι τέτοιο (π.χ. ακρωτη­ριασμός) απαιτείται η συγκατά­θεση. Σε απλές επεμβάσεις αρκεί η επιτυχία ακόμα και εάν η πρά­ξη έγινε ενάντια στους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και παρά τη θέληση του ασθενούς.
2. Δισυπόστατη λύση
Προστατεύονται δύο αγαθά (από τις σωματικές βλάβες) η ακεραιότητα και η αυτοδιά­θεση. Συνεπώς: Η σωματική κάκωση υφίσταται ακόμα και εάν πλήττεται απλώς η αυτο­διάθεση του ασθενούς, οπότε απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του ασθενούς για τη μη ύπαρξη αυτής. Η βλάβη της υγείας, από την άλλη πλευρά, υπάρχει μόνο εάν αυτή χειροτερεύει.
Γ) LEGE ARTIS
Αυτή η θεωρία αδιαφορεί για το αποτέλεσμα, διότι αυτό είναι τυχαίο και υστερόχρονο της πράξεως, και εξετάζει τη συμπεριφορά του ιατρού, εάν αυτός τήρησε τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Στο θέμα της συγκαταθέσεως οι απόψεις διίστανται.

1. Σωματικά - βιολογικά δομημένη πτυχή
Τα άρθρα των σωματικών βλαβών δεν προστατεύουν την αυτονομία. Αυτό είναι κάτι ξένο και αντίκειται στην αρχή της νομιμότητας της ποινής, τη θέληση του νομοθέτη και τη θεωρία των αντικειμενικών υποστάσεων. Η αυθαίρετη επομένως ιατρική ενέργεια μόνο από τις διατάξεις για την προσωπική ελευθερία μπορεί να προστατεύεται
2. Διά της αυτονομίας δομημένη πτυχή
Η αυτονομία προστατεύεται, διότι η υγεία και το σώμα εκτιμώνται και υποκειμενικά και προστατεύονται όχι μόνο αυτά, αλλά και το δικαίωμα διαθέσεως αυτών. Η ιατρική ενέργεια χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενούς συνιστά λοιπόν σωματική βλάβη.


ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΠΟΨΗ:

Από τη στιγμή που εξετάστηκαν οι διάφορες θεωρίες για την ποινική εκτίμηση της ιατρικής πράξεως και μελετήθηκαν οι θέσεις που επικρατούν στην Ευρώπη μπορούμε να δούμε και μια πιο προσωπική άποψη. Αυτή θα διαφανεί σε τρία επίπεδα: Πρώτον στο εάν η ιατρική πράξη πρέπει να υπάγεται στα υπάρχοντα εγκλήματα του ποινικού δικαίου (σωματική βλάβη, ανθρωποκτονία εξ αμελείας) ή εάν κρίνεται χρήσιμη η δημιουρ­γία ιδιαιτέρων διατάξεων. Δεύτερον στο εάν θα ακολουθηθεί το πρότυπο των λόγων άρσεως του αδίκου ή της μη πληρώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως (και σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση ακολουθώντας το απο­τέλεσμα ή τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης) και τρίτον ποιο ρόλο λαμβάνει η συναίνεση ή συγκατάθεση στη ποινική εκτίμηση της ιατρικής επεμβάσεως.
Ως προς το δεύτερο θέμα η απάντηση έχει σχεδόν δοθεί από την εξέ­ταση των εκάστοτε θεωριών. Η επιλογή της λύσεως των αντικειμενικών υποστάσεων είναι ορθότερη από αυτή των λόγων άρσεως του αδίκου και αυτό όχι διότι είναι πιο ευνοϊκή για τον ιατρό, αλλά για το λόγο ότι αυτός διαπράττει καταρχήν μια κοινωνικά ωφέλιμη και πρόσφορη ενέρ­γεια, την ιατρική πράξη και έτσι δε θα πρέπει να εξομοιούται αυτός με τους κοινούς εγκληματίες. Όσον αφορά μάλιστα στη λύση των μη πληρώ­σεων της αντικειμενική υποστάσεως της σωματικής βλάβης σημασία θα πρέπει να έχει όχι το αποτέλεσμα της επεμβάσεως, αλλά το εάν ο ιατρός έδρασε συμφώνως με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι ποια θέση κατέχει η συναίνεση ή συγκατά­θεση σε αυτή τη lege artis θεωρία που φαντάζει ως ορθότερη. Η συναίνεση του ασθενούς είναι μια συνειδητή συμφωνία με την προσβολή του εννόμου αγαθού. Ο θεσμός της συναινέσεως του πα­θόντος οφείλει την ύπαρξή του στην έλλειψη συμφέροντος της πολιτείας να προστατεύσει στη συγκεκριμένη περίπτωση το έννομο αγαθό, εφόσον συμφωνεί στην προσβολή του ο φορέας του, στον οποίο η έννομη τάξη έχει δώσει την εξουσία να το διαθέτει κατά βούληση.
Η συναίνεση στην ιατρική πράξη συνάδει λοιπόν με μια απομάκρυν­ση από την απόλυτη προστασία του σώματος από τραυματισμούς και επεμβάσεις που συνδέονται με την ιατρική επέμβαση για την οποία εδόθη η συναίνεση.
Είναι συνεπώς απολύτως αποδεκτό στην επιστήμη, ότι η θέληση προ­έχει του καλού του ασθενούς και ότι ο ιατρός δε δύναται να ενεργήσει εναντία στην εκπεφρασμένη και ειλικρινή θέληση του ασθενούς. Εξάλ­λου και το καλό του ασθενούς δεν είναι μια αμιγώς αντικειμενική έννοια αλλά θα πρέπει να ερμηνεύεται και με βάση την επιθυμία και τις προσδο­κίες του ίδιου. Συνεπώς είναι κοινός τόπος ότι η ιατρική πράξη νομι­μοποιείται όχι μόνο διά των προθέσεων της (ίαση ασθενούς), αλλά και δια της σύμφωνης γνώμης του ασθενούς.
Η πληρέ­στερη και καλύτερη προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου επιτάσ­σει την ανάγκη να λαμβάνεται υπ' όψιν η βούληση του ασθενούς. Το με­γάλο πρόβλημα είναι εάν είναι δυνατόν να ενταχθεί αυτή η επιθυμία στην αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της σωματικής βλάβης (διά της αυτονομίας διαμορφωμένη πτυχή) ή εάν θα πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση στα εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθερίας (σωματική-βιολογική διαμορφωμένη πτυχή), μιας και η ένταξη της αυτονομίας στην αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης αντίκειται στην αρχή της νομιμότητας της ποινής και διευρύνει επικίνδυνα το αξιόποινο των σω­ματικών βλαβών.
Το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί, εάν δεχθούμε την υποκειμενι­κή πτυχή που μπορεί να έχει το προστατευόμενο από τις διατάξεις των σωματικών βλαβών αγαθό, το οποίο είναι η μορφική (εξωτερική) και οργανική (εσωτερική) ακεραιότητα του ανθρώπου (ή έστω και μόνο η υγεία, όπως υποστηρίζεται από την κρατούσα στην ελληνική νομική επι­στήμη θέση). Από τη στιγμή που η εσωτερική ακεραιότητα (υγεία) είναι και η δυνατότητα του ανθρώπου να ζει με ορισμένες δυσλειτουργίες και η εξωτερική ακεραιότητα (σώμα, σωματική ευεξία) πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό και με το πνεύμα και την επιθυμία του ανθρώπου για το τι είναι σωματική ευεξία και καλό, γίνεται αντιληπτό ότι έως ένα βαθμό στο έγκλημα της σωματικής βλάβης ενυπάρχει και το δικαίωμα αυτοδιαθέσεως του ανθρώπου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Bockelmann: «Τι είναι υγεία ως σωματική ευεξία μπορεί να αποφασίσει μόνο αυτός που ορίζει την ευεξία και τι είναι σωματικό καλό μπορεί να πει μόνο αυτός στον οποίο ενυπάρχει αυτό το καλό».
Κάτι τέτοιο γίνεται αντιληπτό στις βαριές επεμβάσεις (ακρωτηριασμοί), όπου το υγιές και το καλό είναι περισσότερο υποκειμενικά παρά αντικειμενικά. Η υποβολή του ασθενούς λ.χ. σε βαριές χημειοθεραπείες και το κατά πόσο αυτό εξυπηρετεί την υγεία και την ευεξία δεν είναι εύ­κολο να απαντηθεί αντικειμενικά. Η ένταξη λοιπόν του δικαιώματος της αυτοδιαθέσεως του ασθενούς στη αντικειμενική υπόσταση της σωματι­κής βλάβης δεν οδηγεί σε σύγχυση με τα εγκλήματα κατά της προσω­πικότητας, της τιμής και της προσωπικής ελευθερίας.
Προστατευόμενο αγαθό των σωματικών βλαβών είναι πάντα η εξωτερική και εσωτερική ακεραιότητα (υγεία) και όχι η αυτονομία. Απλώς αναγνωρίζεται σε αυτά τα αγαθά και μια υποκειμενική τους πτυχή και μόνο διά αυτού του τρόπου μπορούμε να κάνουμε λόγο για αυτονομία και αυτοδιάθεση.
Η αυτονομία και κατ' επέκταση ο όρος της συγκαταθέσεως υπάγεται στην αντικειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης υπό τη μορφή της υποκειμενικής εκτιμήσεως της εσωτερικής και εξωτερικής ακεραιότητας, της επιθυμίας του ανθρώπου να ορίζει την υγεία του, να επιλέγει να ζει με τις δυσλειτουργίες και να ορίζει τι είναι η σωματική του ευεξία και ανάπτυξη. Η υποχρέωση επομένως του ασθενούς να υποβληθεί σε ια­τρικώς ενδεδειγμένη, σύμφωνη με τους ιατρικούς κανόνες και ακόμα και επιτυχή ιατρική επέμβαση συνιστά σωματική βλάβη, από τη στιγμή που υποχρεούται ο ασθενής να δεχθεί ως υγιές ή ως σωματική ευεξία κάτι που του επιβάλλεται. Το ότι δε γίνεται σεβαστή η επιθυμία του ανθρώπου να ζήσει με ορισμένες δυσλειτουργίες δεν είναι ενάντια στη βούληση του ανθρώπου αλλά στην υγεία του, έστω και με την υποκειμενική της εκτίμη­ση. Αυτή η υποκειμενική εκτίμηση επιτυγχάνεται με τη σύμφωνη γνώμη του ασθενούς στη διενέργεια της επεμβάσεως (συγκατάθεση).
Το άρθρο 308 παρ. 2 (συναίνεση) αναφέρεται ως λόγος άρσεως της σωματικής βλάβης που αίρει το αξιόποινο αυτής μόνο στην απλή σωματική βλάβη. Αντιθέτως η ως ένα βαθμό υποκειμενική εκτίμηση του αγαθού της σωματικής βλάβης λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο σαν συγκατάθεση που δεν επιτρέπει την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως οποιασδήποτε μορφής της σωματικής βλάβης, όταν η επέμβαση συνάδει με αυτό που ο ασθενή θεωρεί υγιές ή σωμα­τική ευεξία.
Ωστόσο και αυτή η υποκειμενική εκτίμηση (συγκατάθεση) έχει τα όρια της τα οποία και θα αναδυθούν όταν αναλυ­θούν οι προϋποθέσεις της συναινέσεως, συγκαταθέσεως και της υποχρε­ώσεως ενημερώσεως του ασθενούς στο ποινικό δίκαιο (χαρακτηριστικά αναφέρονται: χρηστά ήθη, χρόνος λήψεως της σύμφωνης γνώμης, τρό­πος κ.τ.λ.).
Ακολουθώντας αυτή τη θεωρία προστατεύονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα δικαιώματα του ασθενούς, καθώς αναγνωρίζεται η δυ­νατότητα του να ορίζει την υγεία του και την ευεξία του και παράλληλα αποφεύγεται η καταφυγή σε αμφιβόλου ορθότητας κατασκευάσματα για να καλύψουν το κενό δικαίου που δημιουργεί η αυθαίρετη ιατρική επέμ­βαση (εγκλήματα κατά της τιμής ή της προσωπικής ελευθερίας). Εξάλλου δε χρειάζεται να ανατρέχουμε σε εξίσου αυθαίρετες έννοιες όπως το κοι­νωνικό πρόσφορο της ιατρικής πράξεως ή το επιτρεπόμενο ρίσκο αυτής, προκειμένου να νομιμοποιηθεί η ιατρική πράξη.
Και σε αυτή τη θεώρηση υπάρχουν ωστόσο και μειονεκτήματα. Η καταφυγή σε υποκειμενικές εκτιμήσεις, όταν αυτές μάλιστα συνδέονται με κίνδυνο ποινικών κυρώσεων δεν είναι και η προσφορότερη λύση. Ωστόσο φαίνεται δικαιοπολιτικώς ορθότερη από τις υπόλοιπες.
Δυστυχώς στην ελληνική έννομη τάξη δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή αυτή η θέση, ακόμη και εάν φαντάζει δικαιοπολιτικώς ορθότερη και τούτο διότι προσανατολίζεται μονομερώς στο άδικο της συμπεριφοράς, αγνοώντας το άδικο του αποτελέσματος (ακριβώς το ανάποδο δέχεται η θεωρία του αποτελέσματος), καταφεύγει σε επικίν­δυνες υποκειμενικές σταθμίσεις, διευρύνει επικίνδυνα το αξιόποινο και δυναμιτίζει τα θεμέλια της θεωρίας των αντικειμενικών υποστά­σεων, προσδίδοντας σε αυτές υποκειμενικές έννοιες.
Αυτή η τελευταία τοποθέτηση μας βοηθά και στην απάντηση για το πρώτο θέμα που θέσαμε. Η ύπαρξη ιδιαιτέρων διατάξεων που θα ρύθμιζαν την ποινική ευθύνη του ιατρού είναι απαραίτητη. Η ποινική ευθύνη του ιατρού θα πρέπει να απαγκιστρωθεί από τα εγκλήματα των σωματικών βλαβών. Δεν είναι πρέπον ο ιατρός να αντιμετωπίζεται ως εγκληματίας και η ιατρική πράξη να υπάγεται σε μια διάταξη όπου υπάγεται και ο ξυλοδαρμός. Μια ιδιαίτερη διάταξη του ποινικού κώδικα θα διασφάλιζε επαρκέστερα και τον ιατρό και τον ασθενή επιλύνοντας πολλά προβλήματα. Η ασφάλεια εξάλλου του ιατρού επιβάλλει το να γνωρίζει αυτός όλα τα νομικά προβλήματα που μπορεί να αναπτύσσει η δραστηριότητά του.
Και ο ασθενής όμως προστατεύεται καλύτερα, εάν από πριν γνωρίζει πώς προστατεύεται η ακεραιότητά του και το δικαίωμά του να την ορίζει όπως επιθυμεί. Η δημιουργία επομένως μιας τέτοιας διατάξεως που θα ρυθμίζει το ρόλο της συγκαταθέσεως, του lege artis και τα υπόλοιπα θέ­ματα της ιατρικής πράξεως ως ποινικώς κολάσιμης πράξεως καθίσταται επιτακτική.
Πρότυπο θα πρέπει να είναι η lege artis θεωρία και παράλληλα θα πρέπει να προστατεύεται η αυτονομία του ανθρώπου. Η ιατρική πράξη ενάντια στη βούληση του ασθενούς θα πρέπει να τιμωρείται από ιδιαί­τερες διατάξεις. Οι όροι και κανόνες της ιατρικής επιστήμης θα πρέπει να διευκρινιστούν, ακόμα και με ενδεικτική αναφορά λανθασμένων ιατρι­κών πράξεων, και γενικότερα όλα τα προβλήματα πρέπει να ρυθμιστούν ειδικώς, έτσι ώστε οι γενικοί ιατροί, αλλά και οι ιατροί κάθε ειδικότητας ξεχωριστά να ξέρουν τα όρια και το πλαίσιο των ενεργειών τους.


ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

Τα διάφορα ημεδαπά και διεθνή κείμενα λαμβάνουν μέριμνα και προάγουν αρκετά προ­στατευτικά κριτήρια για τη συμμετοχή του ατόμου σε πειραματι­κές μεθόδους, αλλά και στη θεραπευτική ιατρική έρευνα.
            Τέτοιου είδους προστατευτικά κριτήρια είναι η ενημερωμένη συ­ναίνεση, η μη ύπαρξη εναλλακτικής μεθόδου της ιατρικής επιστήμης με συγκρίσιμα αποτελέσματα, η αναλογία κινδύνων / οφελών για το συμμε­τέχον άτομο, η προαγωγή του προσωπικού οφέλους από το συμφέρον της κοινωνίας ή της επιστήμης, η προφύλαξη της ιδιωτικής προσωπικής σφαίρας του ατόμου, η ασφάλιση αυτού και η ύπαρξη ειδικής επιτροπής βιοηθικής, η οποία και θα ελέγχει το είδος και την πορεία της έρευνας.
Τέτοιου είδους σημαντικά κείμενα βιοηθικής είναι: Η σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη Βιοϊατρική του Συμβουλίου της Ευρώ­πης, η οποία και κυρώθηκε με το Ν. 2619/1998, η Διακήρυξη του πα­γκοσμίου οργανισμού υγείας στο Ελσίνκι, όπως τροποποιήθηκε με τελευ­ταία αλλαγή αυτή του Ελσίνκι το 2000, η Οδηγία 2001/20/ΕΚ της 4ης Απριλίου του 2001 για τις κλινικές δοκιμές φαρμάκων προοριζόμενες για τον άνθρωπο και για την ελληνική επιστήμη η Υ.Α. Α6/10983/1 της 12/20.12.1984 για τη διεξαγωγή κλινικών δοκιμών φαρμάκων και την προστασία του ανθρώπου και ο Νέος Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν 3418/2005).
Αναφορικώς με τη συναίνεση, η οποία εκφράζει και την αυτονομία του ασθενούς, θα πρέπει να τονίσουμε ότι έχει ιδιαιτέρως μεγάλη αξία στην ανθρώπινη έρευνα και τον πειραματισμό. Προϋποθέσεις της συναινέσεως είναι: η δυνατότητα διαθέσεως του αγαθού, ο ικανοποιητικός χρόνος αποφάσεως, ο προφο­ρικός τύπος για την απλή ιατρική πράξη και ο κατά κανόνα έγγραφος για την ιατρική θεραπευτική έρευνα και τον πειραματισμό, η ανά πάσα στιγ­μή και χωρίς δυσμενείς συνέπειες δυνατότητα ανακλήσεως, να μην αντί­κειται η πράξη στα χρηστά ήθη, να μην υπάρχει πλάνη, απάτη και απειλή, να είναι το άτομο ικανό προς συναίνεση και να υπάρχει ενημέρωση.
Η ενημέρωση είναι ίσως η σημαντικότερη προϋπόθεση της συναι­νέσεως και χωρίζεται στη θεραπευτική ενημέρωση και στην ενημέρωση για το σχηματισμό σύμφωνης γνώμης. Υποενότητες της ενημερώσεως είναι η ενημέρωση για τη διάγνωση, για την πορεία της επεμβάσεως και για τους κινδύνους. Υπόχρεος προς ενημέρωση είναι πάντα ιατρός και η ύπαρξη ενός ουσιαστικού διαλόγου ιατρού / ασθενούς δεν αντικαθίσταται από κανένα έντυπο. Δυνατότητα μη ενημερώσεως υπάρχει μόνο σε εξαι­ρετικές περιπτώσεις (κατεπείγον, ήδη ενημερωμένος ασθενής, επιθυμία μη ενημερώσεως από τον ασθενή, ιατρικοί λόγοι), οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται εξαιρετικώς συσταλτικώς, ιδίως όταν πρόκειται για θεραπευτική έρευνα και πειραματισμό.
Συγκεκριμένως στην έρευνα και στον πειραματισμό και σε αντίθεση με τη στατική ιατρική, η ενημέρωση δεν αρκεί να είναι γενική αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει το στόχο της ερευνητικής διαδικασίας, το είδος, τις αναμενόμενες επιβαρύνσεις και τους αναμενόμενους κινδύνους, το πιθανό όφελος, τις εναλλακτικές μεθόδους, την αναλογία οφέλους / κιν­δύνων, τη δυνατότητα ανακλήσεως της συναινέσεως. Η αρχή που πρέπει να διέπει την ενημέρωση αναφορικώς με τη θεραπευτική έρευνα και κυ­ρίως τον πειραματισμό είναι «καμία συμμετοχή σε θεραπευτική έρευνα ή πειραματισμό, χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση».
Εξίσου σημαντικό με τη συναίνεση προστατευτικό κριτήριο είναι η μη ύπαρξη εναλλακτικής μεθόδου της στατικής ιατρικής με συγκρίσι­μα αποτελέσματα, και η αναλογία κίνδυνων/οφελών. Πρόκειται για δύο σταθμίσεις, η πρώτη αφορά την ίδια την έρευνα και την πιθανότητα ανα­πτύξεως αναλογικώς υπερτερών πλεονεκτημάτων από τα μειονεκτήματα που αυτή ενέχει και η δεύτερη την αδυναμία προαγωγής αυτών των πλεο­νεκτημάτων από τις μεθόδους της στατικής ιατρικής.
Πέρα από την ανωτέρω στάθμιση, η θεραπευτική έρευνα είναι σύν­νομη, όταν δεν υπάρχει εναλλακτική μέθοδος της στατικής ιατρικής, η οποία δε μπορεί να παράσχει τα αυτά ή τουλάχιστον συγκρίσιμης αποτε­λεσματικότητας στοιχεία με τη θεραπευτική έρευνα που θα εφαρμοστεί. Η απουσία εναλλακτικής μεθόδου της στατικής ιατρικής με τα αυτά απο­τελέσματα ουσιαστικώς συμπίπτει με τη δεύτερη στάθμιση που αναφέ­ραμε και εξετάσαμε στο αμέσως προηγούμενο σημείο. Με άλλα λόγια η θεραπευτική έρευνα θα πρέπει σε σύγκριση με άλλες θεραπευτικές μεθό­δους να είναι πιο αποτελεσματική, αποτελώντας κατ' αυτόν τον τρόπο μια πραγματική «θεραπευτική ευκαιρία» για τον ασθενή. Άλλωστε η θεραπευτική έρευνα δεν αντίκειται στην επιτυχία αλλά στο ιατρικώς κε­κτημένο, καθώς χρησιμοποιούνται νέες ερευνητικές μέθοδοι, τα αποτελέ­σματα και οι συνέπειες των οποίων δεν είναι εκ των προτέρων γνωστές.
Η θεραπευτική ιατρική έρευνα και η εφαρμογή της πέρα από τα ανωτέρω κριτήρια συνδέεται άμεσα και με το συγκεκριμένο ασθενή, ιδι­αιτέρως όσον αφορά στις σταθμίσεις που προαναφέραμε. Έτσι διαφορε­τικά θα κριθεί η περίπτωση ενός βαριά ασθενούς που η εφαρμογή της θεραπευτικής έρευνας θα αποτελεί τη μοναδική ελπίδα από κάποιον άλ­λον που θα έχει την πολυτέλεια να περιμένει ώσπου να τελειοποιηθεί η θεραπευτική έρευνα και να αποτελεί πλέον τμήμα του ιατρικώς κεκτημέ­νου.
Χρήζει οπωσδήποτε αναφοράς, ότι εάν ακολουθηθεί η θεωρία του αποτελέσματος ή της επιτυχίας της ιατρικής πράξεως, τότε δε συνιστά σω­ματική βλάβη, και επομένως δε χρειάζεται να ανατρέξουμε σε άλλα νομιμοποιητικά κριτήρια, η θεραπευτική έρευνα, όταν αυτή έχει επιτυχές αποτέλεσμα. Τούτο συμβαίνει, διότι αυτή κάνει τον ασθενή υγιή και όχι ασθενέστερο (θεωρία που ερμηνεύει την υγεία με αμιγώς βιολογικά- σωματικά κριτήρια για το οποίο ήδη έχουμε τοποθετηθεί ανωτέρω).
Τελικώς αξιολογώντας τα προστατευτικά κριτήρια αλλά και τις θέσεις για την απλή ιατρική πράξη καταλήγουμε ότι η θεραπευτική έρευνα δε συνιστά σωματική βλάβη, όταν είναι ενδεδειγμένη, γεγονός που φαίνεται από την απουσία εναλλα­κτικής μεθόδου συγκρίσιμης αποτελεσματικότητας, πιθανολογεί οφέ­λη για τον ασθενή που είναι ανάλογα με τους κίνδυνους που αυτή συνεπάγεται και διενεργείται με τη σύμφωνη γνώμη αυτού.

Ειδικότερα για τους γενικούς ιατρούς:

Με βάση το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 23 παρ. 1) το Κράτος υποχρεούται να μεριμνά για την υγεία των πολιτών.
Η συνταγματική αυτή επιταγή εξουσιοδοτεί το νομοθέτη να καθορίσει αυτός τα προς παροχή μέτρα, δηλαδή ένα σύστημα περίθαλψης για το λαό. Στα πλαίσια αυτής της εξουσιοδότησης ορίζονται και γενικότερα τα κριτήρια, προκειμένου κάποιος να μπορεί να ασκεί την ιατρική επιστήμη και ακόμη περισσότερο να εξειδικεύεται στις διάφορες ειδικότητες αυτής και να παρέχει τις υπηρεσίες του στο κοινωνικό σύνολο.
Μέσα λοιπόν από τις διατάξεις των κατά καιρούς εκδοθέντων νόμων, αλλά και εγκυκλίων, καθορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των γενικών ιατρών.
Το γενικότερο στοιχείο που καθορίζει ιστορικά τη θέσπιση της εξειδίκευσης των ιατρών είναι η αναγκαιότητα της εξέλιξης της ιατρικής επιστήμης αλλά και της κοινωνίας γενικότερα, η οποία αποζητά λύσεις στα προβλήματά της.
Δεν είναι καινοφανές το ότι γύρω μας παρατηρούνται προβλήματα πρόσβασης στο αγαθό της υγείας, σε κοινωνικές ομάδες με περιορισμένους πόρους. Η ύπαρξη κοινωνικών και γεωγραφικών ανισοτήτων στην υγεία και ιδιαίτερα στην πρόσβαση των υπηρεσιών υγείας, έχει αποτελέσει αντικείμενο έρευνας, ακόμα και στα πιο ανεπτυγμένα κράτη, πλήθος δε βιβλιογραφικών αναφορών τεκμηριώνει την συσχέτιση της κοινωνική ευημερίας μιας χώρας με τους δείκτες υγείας( De Graeve-Duchesne, 1997). Ανισότητες στην πρόσβαση παρατηρούνται όταν πόροι και εγκαταστάσεις είναι  άνισα καταμερισμένα σε μια χώρα.
Ορίζοντας την «ισότητα στην φροντίδα υγείας», ως:
  • Ίση πρόσβαση στην διαθέσιμη φροντίδα για ίδιες ανάγκες
  • Ίση χρησιμοποίηση για ίσες ανάγκες
  • Ίση ποιότητα στην φροντίδα για όλους,
 γίνεται σαφές ότι κύρια μέριμνα πρέπει να αποτελεί η δίκαιη κατανομή των υπηρεσιών υγείας στις γεωγραφικές περιφέρειες της χώρας και ο ίσος καταμερισμός των πόρων, ώστε να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ανάγκες μάλλον, παρά η κοινωνική επιρροή.
Αν και η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εθεωρείτο στο παρελθόν ως κοινωνικό αγαθό, σήμερα βασίζεται σε ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και στην ύπαρξη ασφάλισης.
Βάσει των αποτελεσμάτων πρόσφατης έρευνας που διενεργήθηκε, η χρησιμοποίηση γενικών γιατρών εξαρτάται από την ηλικία, το επίπεδο υγείας, το μορφωτικό επίπεδο και το εισόδημα. Συγκεκριμένα, τα ποσοστά του πληθυσμού χρησιμοποίησης γενικών γιατρών παρουσιάζονται υψηλότερα για άτομα μεγάλης ηλικίας ενώ κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα για άτομα καλού επιπέδου υγείας καθώς και υψηλότερου μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου. Παράγοντες όπως το φύλο, η γεωγραφική περιφέρεια και η ύπαρξη ασφάλισης, τόσο πρωτοβάθμιας όσο και δευτεροβάθμιας, δεν φαίνεται να επηρεάζουν την χρησιμοποίηση γενικών γιατρών. Το μέγεθος της χρησιμοποίησης γενικών γιατρών στην χώρα μας, βάσει των αποτελεσμάτων της εν λόγω έρευνας επηρεάζεται από την ηλικία, το επίπεδο υγείας, το μορφωτικό επίπεδο, το εισόδημα και την ύπαρξη δευτεροβάθμιας ασφάλισης. Ενώ όμως η μεγαλύτερη ηλικία συνεπάγεται συχνότερη προσέλευση σε γενικούς γιατρούς, από την άλλη, καλύτερο επίπεδο υγείας, υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης και εισοδήματος καθώς και ύπαρξη δευτεροβάθμιας ασφάλισης συνεπάγονται χαμηλότερο αριθμό επισκέψεων σε γενικούς γιατρούς. Το φύλο, η γεωγραφική περιφέρεια και η ύπαρξη πρωτοβάθμιας ασφάλισης δεν επηρεάζουν τον αριθμό
των επισκέψεων σε γενικούς γιατρούς.
Τα αποτελέσματα της έρευνας επομένως, αφενός επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι η γενική ιατρική στην χώρα μας αποτελεί μια ειδικότητα που απευθύνεται σε άτομα χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου και αφετέρου, ότι ως προς τη συγκεκριμένη υπηρεσία υγείας, δεν παρατηρούνται γεωγραφικές ανισότητες. Όσον αφορά τη χρησιμοποίηση γιατρών ειδικοτήτων, τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι αυτή εξαρτάται από το φύλο, την ηλικία, το επίπεδο υγείας και το μορφωτικό επίπεδο. Σε αντίθεση επομένως με την γενική ιατρική, οι λοιπές ιατρικές ειδικότητες απευθύνονται σε άτομα υψηλότερου κοινωνικού επιπέδου.


Το βασικό συμπέρασμα λοιπόν που θα μπορούσε να εξαχθεί από αυτή την έρευνα είναι ακριβώς η έντονη επίδραση ιδιωτικοοικονομικών παραγόντων στην χρησιμοποίηση των υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα.
Προκειμένου λοιπόν ένας ιατρός, και εν προκειμένω ο γενικός ιατρός, να εξειδικευθεί, αλλά και ως εξειδικευμένος ιατρός πλέον να έχει πλήρη γνώση της ειδικότητάς του, ο νόμος επέβαλε προϋποθέσεις χρονικές (4 έτη), αλλά και γνωστικές.
Για τον ειδικευμένο γενικό ιατρό επιβάλλεται σωρεία προϋποθέσεων που αποτελούν αντικείμενο της εκπαίδευσής του, έτσι ώστε αποκτώντας την εξειδίκευση να μπορεί να είναι ικανός να αντεπεξέλθει στους κάτωθι γενικούς και ειδικότερους στόχους.
Έτσι ο Γενικός Ιατρός στο τέλος της εκπαίδευσής του, προκειμένου να λάβει τίτλο ειδικότητας θα πρέπει να είναι ικανός:

Α) Γενικοί στόχοι:
1) Να διαγνώσει και να παρέχει θεραπεία στα οξέα και χρόνια νοσήματα, αλλά και στις αδιαφοροποίητες και ασαφείς νοσολογικές περιπτώσεις που παρουσιάζονται στην Πρωτοβάθμια Ιατρική Περίθαλψη (Π.Ι.Π.).
2) Να παρέχει άμεση περίθαλψη στα επείγοντα περιστατικά που παρουσιάζονται στην Π.Ι.Π. που η άμεση αντιμετώπιση τους μπορεί να είναι κρίσιμη για τη ζωή ή την ακεραιότητα του πάσχοντα.
3) Να παρέχει φροντίδα στους ασθενείς με ανίατα νοσήματα και κατά το τελικό στάδιο της ζωής τους (terminal care).
4) Να αναγνωρίζει πότε η σωστή διάγνωση ή και θεραπεία των ασθενών του απαιτεί παραπομπή σε ιατρό άλλης ειδικότητας ή στη δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια περίθαλψη.
5) Να γνωρίζει τη φυσιολογία της σωματικής, ψυχολογικής και κοινωνικής ανάπτυξης του ανθρωπίνου οργανισμού.
6) Να αναπτύσσει την κατάλληλη επαγγελματική σχέση με κάθε ασθενή που προσέρχεται για συμβουλή.
7) Να παρέχει φροντίδα στον ασθενή ως ολότητα και ως μέλος της οικογένειας του και της κοινωνίας, λαμβάνοντας υπόψη την ψυχολογία του και το οικογενειακό, εργασιακό και κοινωνικό του περιβάλλον.
8) Να παρέχει υπηρεσίες προληπτικής ιατρικής σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο στους ασθενείς του και στον πληθυσμό της ζώνης ευθύνης του Κέντρου Υγείας.
9) Να φροντίζει, μαζί με τα άλλα επαγγέλματα υγείας, για την ατομική, επαγγελματική και κοινωνική αποκατάσταση των ασθενών με χρόνια νοσήματα ή με οξέα νοσήματα που διαταράσσουν τη λειτουργία του ως άτομο.
10) Να συνεργάζεται με τα άλλα μέλη της ομάδας υγείας στην παροχή της φροντίδας.
11) Να γνωρίζει την οργάνωση και διοίκηση του Κέντρου Υγείας ή του ιατρείου όπου εργάζεται, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης αρχείου των ασθενών της ζώνης ευθύνης του ιατρείου.
12) Να συνεργάζεται με τους τοπικούς φορείς της κοινωνίας όπου εργάζεται, με σκοπό την προαγωγή της υγείας του πληθυσμού της ζώνης ευθύνης του ιατρείου.
13) Να διεξάγει επιδημιολογικές έρευνες στον πληθυσμό της ζώνης ευθύνης του Κέντρου Υγείας ή του ιατρείου.
14) Να αναγνωρίζει την ανάγκη συνεχούς εκπαίδευσης του και να γνωρίζει τους τρόπους υλοποίησης της.
15) Να γνωρίζει τους κανόνες της δεοντολογίας που διέπουν την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και την υποχρέωση τήρησης τους.

Β) Ειδικότεροι Στόχοι:
Β1. Στόχος στην παθολογία:
1) Να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει διαγνωστικά και θεραπευτικά τα κοινά νοσήματα που προσέρχονται στην Πρωτοβάθμια Ιατρική Περίθαλψη και ειδικότερα:
- τα αγγειακά, συμπεριλαμβανομένης της αρτηριακής υπέρτασης και των αγγειακών παθήσεων του εγκεφάλου,
- τα αναπνευστικά συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας,
- τα γαστρεντερολογικά, συμπεριλαμβανομένων του πεπτικού έλκους και των παθήσεων ήπατος - χοληδόχου κύστης,
- το σακχαρώδη διαβήτη και τα νοσήματα του θυρεοειδούς,
- τις παθήσεις οστών και αρθρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της εκφυλιστικής αρθροπάθειας και της οστεοπόρωσης.
2) Να παρέχει επείγουσα φροντίδα σε ασθενείς που είναι σε κώμα, που έχουν shock ή που έχουν σπασμούς, συμπεριλαμβανομένης της καρδιο-αναπνευστικής αναζωογόνησης.
3) Να εκτελεί τις εξής ιατρικές πράξεις: παρακεντήσεις θώρακος, κοιλίας, οσφυονωτιαία παρακέντηση, καθετηριασμό στομάχου και ουροδόχου κύστης.
4) Να είναι σε θέση να αξιολογήσει, σε συνάρτηση με τα κλινικά δεδομένα, ακτινογραφίες, σπιρομετρήσεις, αιματολογικές, βιοχημικές και μικροβιολογικές εξετάσεις.

Β2. Στόχος στην Καρδιολογία:
1) Να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει διαγνωστικά και θεραπευτικά τα κοινά καρδιαγγειακά νοσήματα που προσέρχονται στην Πρωτοβάθμια Ιατρική Περίθαλψη και πιο συγκεκριμένα της καρδιακής ανεπάρκειας και της στεφανιαίας νόσου.
2) Να γνωρίζει τη διαφορική διάγνωση του πόνου στο στήθος και την επείγουσα φροντίδα του εμφράγματος.
3) Να γνωρίζει τον τρόπο λήψης του ηλεκτροκαρδιογραφήματος και να αναγνωρίζει τις εικόνες αυτού.

Β3. Στόχος στη Δερματολογία:
1) Να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει διαγνωστικά και θεραπευτικά τα κοινά δερματικά και αφροδίσια νοσήματα που προσέρχονται στην Πρωτοβάθμια Ιατρική Περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένων των αλλεργικών και λοιμωδών δερματοπαθειών.
2) Να γνωρίζει τις δερματικές εκδηλώσεις γενικών νόσων.
3) Να αναγνωρίζει τις επαγγελματικές δερματοπάθειες και τους τρόπους πρόληψης τους.
4) Να αναγνωρίζει έγκαιρα τον καρκίνο του δέρματος και το μελάνωμα.

Β4. Στόχος στην Παιδιατρική:
1) Να γνωρίζει τη φυσιολογία της σωματικής, νοητικής, ψυχολογικής και κοινωνικής ανάπτυξης του ανθρωπίνου οργανισμού, καθώς και τις παρεκκλίσεις από το φυσιολογικό και τον τρόπο εκτίμησης της στα παιδιά.
2) Να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει διαγνωστικά και θεραπευτικά τα κοινά νοσήματα της παιδικής ηλικίας που προσέρχονται στην Πρωτοβάθμια Ιατρική Περίθαλψη, και ειδικότερα:
- τα προβλήματα της θρέψης και της συμπεριφοράς,
- τα νοσήματα του αναπνευστικού συμπεριλαμβανομένου του βρογχικού άσθματος,
- τα νοσήματα του πεπτικού,
- τα νοσήματα του ουροποιητικού, συμπεριλαμβανομένης της ουρολοίμωξης,
- τα λοιμώδη και εμπύρετα νοσήματα,
- τις αλλεργικές δερματοπάθειες (συμπεριλαμβανομένης της ατοπικής δερματίτιδας και της κνίδωσης) και παρασιτικές δερματοπάθειας,
- τα ψυχολογικά και παιδοψυχιατρικά προβλήματα της εφηβείας.
3) Να παρέχει επείγουσα φροντίδα σε παιδιά με οξέα ή επείγοντα νοσήματα που η άμεση αντιμετώπιση τους μπορεί να είναι κρίσιμη για τη ζωή ή την ακεραιότητα τους και ειδικότερα:
- τα επείγοντα νοσήματα της νεογνικής ηλικίας,
- τα οξέα λοιμώδη και εμπύρετα νοσήματα του αναπνευστικού και του πεπτικού συστήματος και τη μηνιγγίτιδα,
- τα οξέα περιστατικά με σπασμούς, με κρίσεις άσθματος, κλπ.,
- τα ατυχήματα, συμπεριλαμβανομένης της κακοποίησης των παιδιών.
4) Να γνωρίζει τις μεθόδους πρόληψης των νοσημάτων της παιδικής ηλικίας και ειδικότερα τα προγράμματα εμβολιασμών στα παιδιά και τις παρενέργειες τους.
5) Να γνωρίζει τα κύρια αίτια της σωματικής και νοητικής αναπηρίας στα παιδιά, συμπεριλαμβανομένων των συγγενών διαμαρτιών, καθώς και τους τρόπους αντιμετώπισης και φροντίδας των παιδιών με ειδικές ανάγκες.
6) Να εκτελεί απλές ιατρικές πράξεις στα παιδιά, όπως εμβολιασμούς, ενδοφλέβια αιμοληψία, τοποθέτηση ορών ενδοφλεβίως και οσφυονωτιαίας παρακέντησης.

Β5. Στόχος στην Χειρουργική:
1) Να γνωρίζει την κλινική εικόνα, συμπτωματολογία και θεραπεία των χειρουργικών περιστατικών και τις ενδείξεις παραπομπής στη νοσοκομειακή περίθαλψη.
2) Να παρέχει επείγουσα φροντίδα στα οξέα και επείγοντα χειρουργικά περιστατικά, και ειδικότερα:
- την οξεία κοιλία,
- τον πνευμοθώρακα,
- το shock,
- τον πολυτραυματία, συμπεριλαμβανομένης της σημειολογίας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος,
- τα εγκαύματα.
3) Να γνωρίζει βασικές αρχές ασηψίας και αντισηψίας, την τεχνική της συρραφής των μικρών θλαστικών τραυμάτων, διάνοιξης αποστημάτων και πραγματοποίησης μικρών επεμβάσεων στο επίπεδο του ιατρείου, καθώς και αποκάλυψης φλέβας.

Β6. Στόχος στην Ορθοπεδική Τραυματιολογία:
1) Να γνωρίζει την κλινική εικόνα, συμπτωματολογία και θεραπεία των κοινών ορθοπεδικών νοσημάτων και συνδρόμων, συμπεριλαμβανομένων της οσφυαλγίας, αυχενικών συνδρόμων, περιαρθρίτιδας και εκφυλιστικής αρθροπάθειας και τις ενδείξεις παραπομπής στη νοσοκομειακή περίθαλψη.
2) Να διαγνώσει και να παρέχει θεραπεία στα απλά κατάγματα και τις κοινές κακώσεις.
3) Να παρέχει επείγουσα φροντίδα στα οξέα και επείγοντα ορθοπεδικά περιστατικά δηλαδή σε ασθενείς με σοβαρά κατάγματα και κακώσεις, συμπεριλαμβανομένων των κακώσεων της σπονδυλικής στήλης και της μετατραυματικής καταπληξίας.
4) Να γνωρίζει τις ενδείξεις και βασικές αρχές της φυσιοθεραπείας καθώς και τις αρχές πρόληψης των συνήθων ορθοπεδικών νόσων που προκαλούνται ή επιδεινώνονται από τις συνθήκες διαβίωσης στους χώρους εργασίας.
5) Να γνωρίζει τις βασικές αρχές πρόληψης κακώσεων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προκαλούνται από τροχαία ατυχήματα και αυτών στους χώρους εργασίας.

Β7. Στόχος στη Μαιευτική - Γυναικολογία:
1) Να γνωρίζει τις βασικές αρχές της παρακολούθησης της εγκυμοσύνης.
2) Να γνωρίζει την κλινική εικόνα, συμπτωματολογία, διάγνωση και θεραπεία των πλέον κοινών γυναικολογικών νοσημάτων.
3) Να παρέχει επείγουσα φροντίδα στα οξέα και επείγοντα μαιευτικά περιστατικά, συμπεριλαμβανομένου του τοκετού και της εκλαμψίας.
4) Να παρέχει υπηρεσίες προληπτικής ιατρικής και ειδικότερα για την πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου, της μήτρας και του μαστού.
5) Να γνωρίζει τις μεθόδους του οικογενειακού προγραμματισμού και τις ενδείξεις τους.
6) Να γνωρίζει την τεχνική της λήψης τραχηλικού επιχρίσματος και της παρακέντησης μαστού δια βελόνης.

Β8. Στόχος στην Οφθαλμολογία:
1) Να γνωρίζει την κλινική εικόνα, συμπτωματολογία και θεραπεία των συνήθων οξέων και χρονιών οφθαλμολογικών νοσημάτων και τις ενδείξεις παραπομπής στη νοσοκομειακή περίθαλψη.
2) Να γνωρίζει την τεχνική χρήσης του οφθαλμοσκοπίου στη διάγνωση και παρακολούθηση των οφθαλμολογικών νοσημάτων αλλά και των οφθαλμολογικών εκδηλώσεων των γενικών νόσων.
3) Να παρέχει επείγουσα φροντίδα στα οξέα και επείγοντα περιστατικά , συμπεριλαμβανομένων των εγκαυμάτων, εισόδου ξένων σωμάτων, ιριδοκυκλίτιδας και οξέος γλαυκώματος.

Β9. Στόχος στην ωτο-ρινο-λαρυγγολογία:
1) Να γνωρίζει την κλινική εικόνα, συμπτωματολογία και θεραπεία των κακοηθών οξέων και χρονιών ΩΡΑ νοσημάτων, συμπεριλαμβανομένης της οξείας μέσης ωτίτιδας στα παιδιά, και τις ενδείξεις παραπομπής στη νοσοκομειακή περίθαλψη.
2) Να γνωρίζει την τεχνική χρήσης των διαγνωστικών οργάνων στη διάγνωση (συμπεριλαμβανομένου του ακοολογικού ελέγχου) και στην παρακολούθηση των ΩΡΛ νοσημάτων.
3) Να παρέχει επείγουσα φροντίδα στα οξέα και επείγοντα περιστατικά, συμπεριλαμβανομένων της πνιγμονής, απόφραξης ανωτέρων αναπνευστικών οδών και ρινορραγίας.

Β10. Στόχος στην Κοινωνική και Κλινική Ψυχιατρική:
1) Να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει διαγνωστικά και θεραπευτικά τα κοινά ψυχολογικά προβλήματα και ψυχιατρικά νοσήματα που προσέρχονται στην Πρωτοβάθμια Ιατρική Περίθαλψη, και ειδικότερα:
- τις νευρώσεις,
- τις ψυχώσεις,
- τα ψυχοσωματικά σύνδρομα,
- τη γεροντική άνοια.
2) Να γνωρίζει τις αρχές αντιμετώπισης ατόμων με νοητική καθυστέρηση.
3) Να παρέχει επείγουσα φροντίδα σε ασθενείς με οξέα ψυχιατρικά προβλήματα και ειδικότερα:
- τις αυτοκτονικές τάσεις,
- τα ψυχο-διεγερτικά σύνδρομα.
4) Να αναγνωρίζει τα σοβαρά ψυχοκοινωνικά σύνδρομα, καθώς και τους τρόπους αντιμετώπισης και πρόληψής τους, και ειδικότερα τον αλκοολισμό και τη χρήση ναρκωτικών.
5) Να γνωρίζει τον τρόπο αντιμετώπισης των ψυχολογικών προβλημάτων μέσα στην οικογένεια και την αλληλεπίδραση τους με την ψυχολογία του κάθε μέλους της.
6) Να στηρίζει θεραπευτικά και ψυχολογικά την κατ' οίκον νοσηλεία των ασθενών με ψυχιατρικά νοσήματα, σε συνεργασία με τους ειδικούς ψυχιάτρους και τα μέλη της θεραπευτικής ομάδας.

Β11. Στόχος στη Μικροβιολογία:
1) Να γνωρίζει τις τεχνικές διενέργειας απλών αιματολογικών, βιοχημικών και μικροβιολογικών εξετάσεων που μπορούν να γίνουν στο εργαστήριο του Κέντρου Υγείας και ειδικότερα:
-ταχύτητα καθίζησης ερυθρών,
- αιματοκρίτης,
- γενική αίματος,
- γενική ούρων, κοπράνων, εγκεφαλονωτιαίου, πλευριτικού και ασκι-τικού υγρού, συμπεριλαμβανομένης της κατά Gram χρώσης,
- χρήση τυποποιημένων αντιδραστηρίων του εμπορίου για τον προσδιορισμό σακχάρου του αίματος και των ούρων, ουρίας, ορού και άλλων παραμέτρων,
- τις τεχνικές λήψης αίματος και επιχρισμάτων για τη διενέργεια καλλιεργειών, καθώς και του προσδιορισμού των ομάδων αίματος και τον έλεγχο συμβατότητας για μετάγγιση.

Β12. Στόχος στην Ακτινολογία:
1) Να επιτελεί απλές ακτινογραφίες (οστών, θώρακος, κοιλίας και κρανίου) και να αναγινώσκει αυτές.
2) Να διαγνώσει παθολογικές καταστάσεις.
3) Να συστήνει στον ασθενή για περαιτέρω ακτινολογικό και απεικονιστικό έλεγχο.

Β13 Στόχος στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας:
1) Να εξοικειωθεί με τις τεχνικές της καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης.
2) Να εκτελεί τις εξής ιατρικές πράξεις: διασωλήνωση, τοποθέτηση υποκλειδίων καθετήρων.
3) Να γνωρίζει τις αρχές ρύθμισης της οξεοβασικής ισορροπίας.

Β14. Στόχος στην Επιδημιολογία, Στατιστική και Μεθοδολογία της Έρευνας:
1) Να γνωρίζει τους στόχους και το περιεχόμενο της Κοινωνικής Ιατρικής, δηλαδή της ιατρικής παρέμβασης στα επίπεδα των πληθυσμών ή
συγκεκριμένων ομάδων τους.
2) Να αναζητά και να αξιολογεί δημογραφικά και επιδημιολογικά δεδομένα και να χρησιμοποιεί αυτά στην εκτίμηση των προβλημάτων υγείας του πληθυσμού και των αναγκών υγείας του.
3) Να διενεργεί και να αξιολογεί επιδημιολογικές έρευνες στον πληθυσμό της ζώνης ευθύνης του Κέντρου Υγείας.
4) Να σχεδιάζει προγράμματα πρόληψης και προαγωγής της υγείας.
5) Να γνωρίζει τον τρόπο οργάνωσης του Συστήματος Υγείας, τις μεθόδους προγραμματισμού των δραστηριοτήτων του Κέντρου Υγείας και τον τρόπο σύνδεσης και συνεργασίας του Κέντρου Υγείας με άλλες υπηρεσίες υγείας και κοινωνικές υπηρεσίες.
6) Να γνωρίζει τη λειτουργία και χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών καθώς και προγραμμάτων κατάλληλων για την έρευνα στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.

Β15. Στόχος στο Κέντρο Υγείας:
1) Να διαγνώσει και να παρέχει θεραπεία στα οξέα και χρόνια νοσήματα, αλλά και στις αδιαφοροποίητες και ασαφείς νοσολογικές περιπτώσεις που παρουσιάζονται στην Πρωτοβάθμια Ιατρική Περίθαλψη.
2) Να παρέχει άμεση περίθαλψη στα επείγοντα περιστατικά που παρουσιάζονται στην Πρωτοβάθμια Ιατρική Περίθαλψη που η άμεση αντιμετώπιση τους μπορεί να είναι κρίσιμη για τη ζωή ή την ακεραιότητα του πάσχοντα.
3) Να παρέχει φροντίδα στο σπίτι σε ασθενείς με ανικανότητες και αναπηρίες.
4) Να παρέχει φροντίδα στο σπίτι και στο ιατρείο στα άτομα της τρίτης ηλικίας.
5) Να παρέχει φροντίδα σε ασθενείς με ανίατα νοσήματα και κατά το τελικό στάδιο της ζωής τους (terminal care).
6) Να παρέχει φροντίδα στον ασθενή ως ολότητα και ως μέλος της οικογένειας του και της κοινωνίας, λαμβάνοντας υπόψη την ψυχολογία του και το οικογενειακό, εργασιακό και κοινωνικό του περιβάλλον.
7) Να φροντίζει, μαζί με τα άλλα επαγγέλματα υγείας, για την ατομική, επαγγελματική και κοινωνική αποκατάσταση των ασθενών με χρόνια νοσήματα ή με οξέα νοσήματα που διαταράσσουν τη λειτουργία του ως άτομο.
8) Να συνεργάζεται με τα άλλα μέλη της ομάδας υγείας στην παροχή της φροντίδας.
9) Να εκτελεί προγράμματα πρόληψης και προαγωγής της υγείας στο σχολείο και στην κοινότητα με έμφαση στα χρόνια νοσήματα (κακοήθη νεοπλάσματα και καρδιαγγειακά) σε συνεργασία με τους τοπικούς φορείς, καθώς και στους χώρους εργασίας.
10) Να διενεργεί δειγματοληπτικούς ελέγχου του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της υδροληψίας και να μελετά τα αποτελέσματα των εξετάσεων του.
11) Να γνωρίζει την οργάνωση και διοίκηση του Κέντρου Υγείας ή του ιατρείου όπου εργάζεται, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης αρχείου των ασθενών της ζώνης ευθύνης του ιατρείου.
12) Να συνεργάζεται με τους τοπικούς φορείς της κοινωνίας όπου εργάζεται, με σκοπό την προαγωγή της υγείας του πληθυσμού της ζώνης ευθύνης του ιατρείου.

Με τα παραπάνω δημιουργείται για πρώτη φορά σε σεμιναριακή μορφή ένας κατάλογος των υποχρεώσεων αλλά και των δικαιωμάτων του ειδικού γενικού ιατρού καθώς επίσης και μία όσο το δυνατό καλύτερη προσέγγιση, έτσι ώστε ο ειδικευόμενος ιατρός- γενικός ιατρός να μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του χωρίς ενδοιασμούς σχετικώς με την επικάλυψη των προσφερομένων υπηρεσιών του από άλλες ιατρικές ειδικότητες.


ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ

Αυτό που ανυψώνει το γενικό ιατρό πάνω από τους λοιπούς επαγγελματίες είναι το ιδιαίτερο επαγγελματικό του ήθος. Η συναναστροφή του με τους αρρώστους, η επέμβαση στη σωματική και ψυχοπνευματική σφαίρα του ανθρώπου, πέρα από οποιεσδήποτε νομικές ρυθμίσεις, απαιτούν μια ιδιαίτερη υψηλή ηθική.
Χαρακτηριστικώς ο Νeuburger έγραψε στον πρώτο τόμο της ιστο­ρίας της ιατρικής αναφερόμενος στον Ιπποκράτη: «Αυτό που ανυψώνει τον Ιπποκρατισμό στην κορυφή της ελληνικής ιατρικής, αυτό που τον καθιστά πά­ντοτε επίκαιρο στην ιατρική επιστήμη όλων των εποχών, δεν έγκειται στη δι­δασκαλία ή τις γνώσεις, αλλά στην αντίληψη του ιατρικού επαγγέλματος, στην πράγματι αιωνίως ισχύουσα μέθοδο της ιατρικής σκέψης και πράξης».
Η ιατρική επιστήμη, επειδή ακριβώς διακατέχεται από έναν ανθρω­πιστικό χαρακτήρα και στοχεύει πρωτίστως στη συντήρηση και βελτίωση της υγείας με άμεσο σκοπό τη διατήρηση, διάσωση ή έστω παράταση της ανθρώπινης ζωής, προκαλεί εντόνους ηθικούς προβληματισμούς, οι οποίοι δε μπορούν να αγνοούνται από τη νομική επιστήμη, ιδιαιτέρως, όταν άπτονται με επεμβάσεις που δε σχετίζονται άμεσα με το συμφέρον του ατόμου (π.χ. πειραματισμοί).
Ο γενικός ιατρός πρέπει να ενεργεί σε κάθε περίπτωση με σκοπό την προφύλαξη του καλώς εννοούμενου συμφέροντος των ασθενών, τη διαφύλαξη της αξιοπρέπειας του ιατρικού λειτουργήματος και την προστασία των νόμιμων ηθικών και οικονομικών συμφερόντων του ιατρικού σώματος. Περαιτέρω στα καθήκοντα και τις βασικές υποχρεώσεις του περιλαμβάνονται η αυστηρή και απαρέγκλιτη τήρηση του ιατρικού απορρήτου, η αποφυγή οποιασδήποτε δήλωσης, η οποία αντίκειται προς την αρχή του επαγγελματικού απορρήτου, με μόνη ίσως εξαίρεση και άρα απαλλαγή από την εν λόγω υποχρέωση για όσους ασκούν υπηρεσία ελέγχου, επιθεώρησης ή πραγματογνωμοσύνης και μόνο σε σχέση με τις εντολές τους και αποκλειστικά προς το αντικείμενο της εντολής. Κάθε πράξη ή παράλειψη που αντίκειται προς τα καθήκοντα αυτά του ιατρού, επισύρει κυρώσεις σε βάρος του ανάλογες με τη βαρύτητα του παραπτώματος και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κώδικα περί ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος.
Δεν επιτρέπεται στο γενικό ιατρό να θυσιάζει την επιστημονική και επαγγελματική του ανεξαρτησία, η οποία πρέπει να διαφυλάσσεται πάντοτε ακέραια και άθικτη, ως το πολυτιμότερο προσωπικό αγαθό του. Απαγορεύεται ο συνεταιρισμός ή οποιαδήποτε μη θεμιτή συνεργασία του με φαρμακοποιούς ή άλλα πρόσωπα που δεν έχουν τα νόμιμα προσόντα για την άσκηση της ιατρικής ή συναφών με την ιατρική έργων ή υπηρεσιών ιατρικής αντίληψης και υγιεινής πρόνοιας. Απαγορεύεται στο γενικό ιατρό η σύγχρονη άσκηση άλλων επαγγελμάτων, εφόσον με αυτή εμποδίζεται η ευσυνείδητη ιατρική εργασία ή θίγεται η αξιοπρέπεια του ιατρικού επαγγέλματος. Απαγορεύεται η συγκάλυψη, με τον τίτλο του ιατρού, ή η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο προστασία προσώπων, με σκοπό την παράνομη άσκηση της ιατρικής ή οποιαδήποτε συνεργασία ή σύμπραξη με τέτοια πρόσωπα, όπως και η χρησιμοποίηση μεσαζόντων ή άλλων αθέμιτων ή αναξιοπρεπών μέσων για την προσέλκυση πελατείας. Τέλος, απαγορεύεται οποιαδήποτε προσωπική διαφήμιση ή δημόσια μνεία του ονόματος του γενικού ιατρού με σκοπό την επαγγελματική του διαφήμιση, είτε από αυτόν είτε με υποκίνησή του, καθώς και η δημοσίευση ανακοινώσεων, δηλώσεων, συνεντεύξεων, έργων ή άρθρων του για σκοπό διαφημιστικό ή για επαγγελματική επικράτηση.
Ο γενικός ιατρός οφείλει να απέχει από κάθε πράξη που μπορεί να προκαλέσει αθέμιτο ανταγωνισμό προς τους συναδέρφους του, αλλά και από κάθε ενέργεια ή παράλειψη  που μπορεί να δημιουργήσει υπόνοιες ότι καταφεύγει σε αγυρτεία, εξαπάτηση, καταδολίευση ή εκμετάλλευση της πελατείας του. Εννοείται δε ότι η χρησιμοποίηση επιστημονικών τίτλων που δεν έχουν νόμιμα και έγκυρα αποκτηθεί και αναγνωρισθεί δεν είναι απλώς υπόνοια εξαπάτησης, αλλά εξαπάτηση.
Απαγορεύεται ρητά από το νόμο η επαγγελία θεραπείας με μεθόδους, φάρμακα, ιάματα και λοιπά θεραπευτικά μέσα μη αναγνωρισμένα, καθώς και η χρήση οργάνων, μηχανημάτων ή πειραμάτων, που έχουν διαγνωστικό ή διδακτικό σκοπό, όταν αυτά εφαρμόζονται με σκοπό την προσέλκυση πελατείας και διαφήμιση του γενικού ιατρού. Ομοίως δε απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη του ιατρού, η οποία διευκολύνει την απόκτηση παρανόμου κέρδους από τον ασθενή.
Ως βασική αρχή θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η ιατρική πράξη αποτελεί ενιαία έννοια, που επιδρά στα αυτά προστατευόμενα αγαθά. Η θεραπευτική ιατρική επέμβαση, το ιατρικό δηλαδή μέτρο που στοχεύει στην ίαση από κάποια ασθένεια, αποτελεί το πρώτο και πιο απλό στάδιο της ιατρικής πράξεως, η οποία και συνάδει απόλυτα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, οι οποίοι συνδέονται κατ' αρχήν με την πανεπιστημιακή ιατρική (δηλαδή με ό,τι διδάσκεται στον τομέα της ιατρικής ο γενικός ιατρός ως ορ­θό και ενδεδειγμένο).
Εν κατακλείδι, τους ως άνω κανόνες οφείλει να σέβεται ο γενικός ιατρός, αλλά και κάθε ευσυνείδητος ιατρός, ανεξαρτήτως ειδικότητας, όπως προκύπτει και από το άρθρο 24 του Α.Ν. 1565/1939, όπου αναφέρεται ότι: «Ο ιατρός οφείλει να παράσχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστή­μης και κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών», χωρίς, ωστόσο, να θίγεται η επι­στημονική ελευθερία του.

-----------------------------------

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α. Ποινικές Διατάξεις που, σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, είναι συναφείς με την άσκηση των καθηκόντων της  ιατρικής

Eπαγγελματικό απόρρητο

Άρθρο 212 του Kώδικα Ποινικής Δικονομίας (κυρώθηκε με το N. 1493/17-7 Aυγούστου 1950)

1. Η διαδικασία ακυρώνεται, αν εξετασθούν στη προδικασία ή στη κύρια διαδικασία: α) κληρικοί, σχετικά με όσα έμαθαν από την εξομολόγηση, β) οι συνήγοροι, οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι συμβολαιογράφοι σχετικά με όσα τους εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους. Oι συνήγοροι και οι τεχνικοί σύμβουλοι κρίνουν σύμφωνα με τη συνείδησή τους εάν και σε ποιο μέτρο πρέπει να καταθέτουν όσα άλλα έμαθαν με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματός τους γ) οι γιατροί, οι φαρμακοποιοί και οι βοηθοί τους καθώς και οι μαίες, σχετικά με όσα εμπιστευτικά πληροφορήθηκαν κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, εκτός όταν ειδικός νόμος τους υποχρεώνει να τα αναγγείλουν στην αρχή και δ) οι δημόσιοι υπάλληλοι, όταν πρόκειται για στρατιωτικό ή διπλωματικό μυστικό ή μυστικό που αφορά την ασφάλεια του Κράτους, εκτός αν ο αρμόδιος υπουργός, με αίτηση της δικαστικής αρχής ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, τους εξουσιοδοτήσει σχετικά.
2. Η απαγόρευση της παρ. 1 στις περιπτώσεις α', β', και γ' ισχύει ακόμα και αν τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση να τηρήσουν το επαγγελματικό απόρρητο, από μέρους εκείνου που τους το εμπιστεύθηκε.
3. Όλοι οι παραπάνω μάρτυρες έχουν υποχρέωση να δηλώσουν ενόρκως σε αυτόν που εξετάζει ότι, αν κατέθεταν θα παραβίαζαν τα απόρρητα που μνημονεύονται στην παρ. 1. Ψευδής δήλωση τιμωρείται με τις ποινές που ο ποινικός κώδικας προβλέπει για την ψευδορκία.

Παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας

Άρθρο 371 Ποινικού Kώδικα

1. Kληρικοί, δικηγόροι και κάθε είδους νομικοί παραστάτες, συμβολαιογράφοι, γιατροί, μαίες, νοσοκόμοι, φαρμακοποιοί και άλλοι, στους οποίους κάποιοι εμπιστεύονται συνήθως, λόγω του επαγγέλματός τους ή της ιδιότητάς τους ιδιωτικά απόρρητα, καθώς και βοηθοί των προσώπων αυτών, τιμωρούνται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν φανερώσουν ιδιωτικά απόρρητα που τους τα εμπιστεύτηκαν ή που έμαθαν λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητάς τους.
2. Όμοια τιμωρείται όποιος, μετά το θάνατο ενός από τα πρόσωπα της παρ. 1, και από αυτήν την αιτία γίνεται κάτοχος εγγράφων ή σημειώσεων του νεκρού σχετικών με την άσκηση του επαγγέλματός του ή της ιδιότητάς του, και από αυτά φανερώνει ιδιωτικά απόρρητα.
3. H ποινική δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση.
4. H πράξη δεν είναι άδικη και μένει ατιμώρητη, αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντός του ή στη διαφύλαξη έννομου ή για άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος δημόσιου ή του ίδιου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά.

Ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις

Άρθρο 221 του Ποινικού Kώδικα, που τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του N.1941/1991

1. Γιατροί, οδοντογιατροί, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. «Αν οι ψευδείς αυτές πιστοποιήσεις προορίζονται για δικαστική χρήση, αυτοί που τις εκδίδουν τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή, με στέρηση των αξιωμάτων και θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 63 άριθμ. 1, ως και με απαγόρευση ασκήσεως του επαγγέλματός τους για χρονικό διάστημα από ένα μήνα μέχρι έξι μήνες»
*** Tο τελευταίο εντός «…» εδάφιο της παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 6 του N. 1941/1991 ΦEK A' 41.
2. Mε φυλάκιση μέχρι ενός έτους τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή πιστοποίηση για να εξαπατήσει δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ασφαλιστική επιχείρηση. Aν έγινε δικαστική χρήση της ανωτέρω ψευδούς πιστοποίησης ο διάδικος που έκανε τη χρήση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Aνθρωποκτονία από αμέλεια

Άρθρο 302 Ποινικού Kώδικα (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 N.1419/1984)

1. Όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
2. Aν το θύμα της πράξης η οποία αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο είναι οικείος του υπαιτίου, το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον υπαίτιο από κάθε ποινή, αν πεισθεί ότι λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από τις συνέπειες της πράξης του δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε ποινή.

Σωματική βλάβη από αμέλεια

Άρθρο 314 Ποινικού Kώδικα (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του N. 1419/1984)

1. Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Aν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι εντελώς ελαφρά, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τριών μηνών ή χρηματική ποινή.
2. H διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 302 εφαρμόζεται αναλόγως και στην πράξη της
προηγούμενης παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή για την ποινική δίωξη απαιτείται πάντοτε έγκληση και δεν εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του επόμενου άρθρου.

Άρνηση γιατρών

Άρθρο 441 Ποινικού Kώδικα.

Γιατροί και μαίες, που χωρίς δικαιολογημένο κώλυμα αρνούνται την επιτέλεση των έργων τους ή που αναφορικά με αυτήν γίνονται υπαίτιοι οποιασδήποτε αμέλειας, από την οποία μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άλλον, τιμωρούνται με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι τριών μηνών αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.

Tεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης, προστασία της υγείας της γυναίκας και άλλες διατάξεις (Άρθρα του N.1609/86 ΦEK A/86)

Άρθρο 1.
1. H μέριμνα για την προστασία της υγείας της γυναίκας και την εξασφάλιση περίθαλψης σε οργανωμένες νοσηλευτικές μονάδες κατά την τεχνική διακοπή της εγκυμοσύνης είναι υποχρέωση της πολιτείας.
2. Mε υπουργική απόφαση του Yπουργού Yγείας, Πρόνοιας και Kοινωνικών Aσφαλίσεων και των άλλων συναρμοδίων υπουργών ρυθμίζονται τα θέματα, που αφορούν:
α) την ενημέρωση για την απόκτηση επιθυμητών παιδιών και την αποφυγή ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης με επιστημονικώς κατάλληλα μέσα καθώς και για τις συνέπειες της διακοπής της εγκυμοσύνης.
β) την περίθαλψη της γυναίκας σε οργανωμένες νοσηλευτικές μονάδες, τις προδιαγραφές λειτουργίας των μονάδων αυτών, το χρόνο αποχής της γυναίκας από την εργασία και ό,τι άλλο απαιτείται για την αποκατάσταση και προστασία της υγείας της και
γ) τον τρόπο της προγεννητικής διάγνωσης στην περίπτωση β' της παραγράφου 4 του άρθρου 304 του Ποινικού Kώδικα.
3. Oι δαπάνες που απαιτούνται για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων καλύπτονται σύμφωνα με τη νομοθεσία για τις κοινωνικές ασφαλίσεις και με όσα ειδικότερα ορισθούν από την υπουργική απόφαση της προηγουμένης παραγράφου.

Άρθρο 2. Oι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 304 του Ποινικού Kώδικα αντικαθίστανται ως εξής:

4. Δεν είναι άδικη πράξη η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης που ενεργείται με τη συναίνεση της εγκύου από γιατρό μαιευτήρα-γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, αν συντρέχει μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Δεν έχουν συμπληρωθεί δώδεκα εβδομάδες εγκυμοσύνης
β) Έχουν διαπιστωθεί με τα σύγχρονα μέσα προγεννητικής διάγνωσης ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού και η εγκυμοσύνη δεν έχει διάρκεια περισσότερο από είκοσι τέσσερις εβδομάδες.
γ) Yπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής υγείας της. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται σχετική βεβαίωση και του κατά περίπτωση αρμοδίου γιατρού.
δ) H εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού, αποπλάνησης ανήλικης, αιμομιξίας ή κατάχρησης γυναίκας ανίκανης να αντισταθεί και εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί δεκαεννέα εβδομάδες εγκυμοσύνης.

5. Aν η έγκυος είναι ανήλικη, απαιτείται και η συναίνεση ενός από τους γονείς ή αυτού που έχει την επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης.

Άρθρο 3. O τίτλος και οι παράγραφοι 1,2 και 3 του άρθρου 304 του Π.K. τροποποιούνται ως εξής: "Tεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης
1. Όποιος χωρίς τη συναίνεση της εγκύου διακόπτει την εγκυμοσύνη της τιμωρείται με κάθειρξη.
2.  α) Όποιος με τη συναίνεση της εγκύου διακόπτει ανεπίτρεπτα την εγκυμοσύνη της ή προμηθεύει σε αυτή μέσα για τη διακοπή της τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και αν ενεργεί κατά συνήθεια τις πράξεις αυτές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
     β) Aν από την πράξη της προηγούμενης διάταξης προκληθεί βαρειά πάθηση του σώματος ή της διανοίας της εγκύου, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και να προκλήθηκε ο θάνατός της επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα έτη.
3. Έγκυος που διακόπτει ανεπίτρεπτα την εγκυμοσύνη της ή επιτρέπει σε άλλο να τη διακόψει τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος".

Άρθρο 4. Στον Ποινικό Kώδικα προστίθεται το ακόλουθο άρθρο με αριθμό 304 A.

Σωματική βλάβη εμβρύου ή νεογνού

Άρθρο 304A Ποινικού Κώδικα


Όποιος επενεργεί παράνομα στην έγκυο με αποτέλεσμα να προκληθεί βαριά βλάβη στο έμβρυο ή να εμφανίσει το νεογνό βαριά πάθηση του σώματος ή της διάνοιας τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 310.


Άρθρο 5. Tο άρθρο 305 του Ποινικού Kώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

Διαφήμιση μέσων τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης

Άρθρο 305 Ποινικού Κώδικα


1. Όποιος δημόσια ή με την κυκλοφορία εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων αναγγέλλει ή διαφημίζει, έστω και συγκαλυμμένα, φάρμακα ή άλλα αντικείμενα ή τρόπους ως κατάλληλους να προκαλέσουν τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης ή προσφέρει με τον ίδιο τρόπο υπηρεσίες δικές του ή άλλου για την εκτέλεση ή την υποβοήθηση διακοπής της εγκυμοσύνης τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο έτη.
2. Δεν είναι άδικη πράξη η ενημέρωση ή η υγειονομική διαφώτιση σχετικά με την τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης που γίνεται από τα κέντρα οικογενειακού προγραμματισμού, καθώς και η ενημέρωση γιατρών ή προσώπων που νόμιμα διακινούν μέσα τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης και οι σχετικές δημοσιεύσεις σε ειδικά ιατρικά ή φαρμακευτικά περιοδικά.

Πλαστογραφία

Άρθρο 216 Ποινικού Κώδικα


1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.
2. Mε την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο.
3. Aν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
(Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Π.K. προστίθενται με το N. 2408/1996 οι ακόλουθες λέξεις: "εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών").

Ψευδής βεβαίωση, νόθευση κ.λ.π.

Άρθρο 242 Ποινικού Kώδικα


1. Yπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
2. Mε την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του.
3. Aν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη.
4. Mε την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί.
(Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 242 του Ποινικού Kώδικα προστίθενται με το N. 2408/1996 οι ακόλουθες λέξεις: "εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των εικοσιπέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών.")

Aντιποίηση

Άρθρο 175 Ποινικού Kώδικα

1.      Όποιος με πρόθεση αντιποιείται την άσκηση κάποιας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.

----------------------------------

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β: Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας Ν. 3418/ΦΕΚ Α΄ 287/28.11.2005

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1
Έννοιες, ορισμοί και πεδίο εφαρμογής του παρόντος

1. Ιατρική πράξη είναι εκείνη που έχει ως σκοπό τη με οποιαδήποτε επιστημονική μέθοδο πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία και αποκατάσταση της υγείας του ανθρώπου.
2. Ως ιατρικές πράξεις θεωρούνται και εκείνες οι οποίες έχουν ερευνητικό χαρακτήρα, εφόσον από σκοπούν οπωσδήποτε στην ακριβέστερη διάγνωση, στην αποκατάσταση ή και τη βελτίωση της υγείας των ανθρώπων και στην προαγωγή της επιστήμης.
3. Στην έννοια της ιατρικής πράξης περιλαμβάνονται και η συνταγογράφηση, η εντολή για διενέργεια πάσης φύσεως παρακλινικών εξετάσεων, η έκδοση ιατρικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων και η γενική συμβουλευτική υποστήριξη του ασθενή.
4. Κατά τον παρόντα Κώδικα:
α) στην έννοια «ασθενής» περιλαμβάνεται κάθε χρήστης των υπηρεσιών υγείας,
β) στην έννοια «οικείος» περιλαμβάνονται οι συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, οι θετοί γονείς και τα θετά τέκνα, οι σύζυγοι, οι μόνιμοι σύντροφοι, οι αδελφοί, οι σύζυγοι και οι μόνιμοι σύντροφοι των αδελφών, καθώς και οι επίτροποι ή οι επιμελητές του ασθενούς και όσοι βρίσκονται υπό δικαστική συμπαράσταση.
5.Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται κατά την άσκηση του Ιατρικού επαγγέλματος και την παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας φροντίδας υγείας στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα και ανεξάρτητα από τον τρόπο ή τη μορφή άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, ατομικά, ομαδικά ή με τη μορφή ιατρικής εταιρείας, ως ελεύθερο επάγγελμα ή όχι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

Άρθρο 2
Η άσκηση της ιατρικής ως λειτούργημα

1. Η άσκηση της ιατρικής είναι λειτούργημα που αποσκοπεί στη διατήρηση, βελτίωση και αποκατάσταση της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας του ανθρώπου, καθώς και στην ανακούφιση του από τον πόνο.
2. Ο ιατρός τηρεί τον όρκο του Ιπποκράτη, ασκεί το έργο του σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και πρέπει, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, να αποφεύγει κάθε πράξη ή παράλειψη η οποία μπορεί να βλάψει την τιμή και την αξιοπρέπεια του ιατρού και να κλονίσει την πίστη του κοινού προς το ιατρικό επάγγελμα. οφείλει, επίσης, να διατηρεί σε υψηλό επίπεδο την επαγγελματική του συμπεριφορά, ώστε να καταξιώνεται στη συνείδηση του κοινωνικού συνόλου και να προάγει το κύρος και την αξιοπιστία του ιατρικού σώματος. Ο ιατρός πρέπει να επιδεικνύει τη συμπεριφορά αυτή όχι μόνον κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, αλλά και στο πλαίσιο της γενικότερης κοινωνικής έκφανσης της προσωπικότητας του.
3. Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης. διέπεται από απόλυτο σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους χωρίς διάκριση φύλου, φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, κοινωνικής θέσης ή πολιτικής ιδεολογίας.
4. Ο ιατρός σέβεται την ανθρώπινη ζωή ακόμη και κάτω από απειλή και δεν χρησιμοποιεί τις γνώσεις του ενάντια στις αρχές του ανθρωπισμού. Δεν συντρέχει ούτε παρέχει υποστήριξη σε βασανιστήρια ή άλλες μορφές εξευτελιστικής και απάνθρωπης συμπεριφοράς, οποιαδήποτε και αν είναι η πράξη για την οποία κατηγορείται ή θεωρείται ένοχο ή ύποπτο το θύμα αυτών των διαδικασιών, σε καιρό ειρήνης ή πολέμου.
5. Ο ιατρός, επικαλούμενος λόγους συνείδησης, έχει δικαίωμα να μη μετέχει σε νόμιμες ιατρικές επεμβάσεις στις οποίες αντιτίθεται συνειδησιακά, εκτός από επείγουσες περιπτώσεις.
6. Αν η κρίση του ιατρού ενδέχεται να επηρεασθεί από μία ιατρική κατάσταση από την οποία υποφέρει, καθώς και εάν ο ιατρός πάσχει ή είναι φορέας ενός μεταδοτικού νοσήματος, πρέπει να αναζητήσει συμβουλή από ιατρό εργασίας ή κατάλληλα καταρτισμένους συναδέλφους σχετικά με την αναγκαιότητα ή τον τρόπο αλλαγής παροχής των υπηρεσιών του. στις περιπτώσεις αυτές, ο ιατρός δεν πρέπει να επαφίεται στην αποκλειστική προσωπική του εκτίμηση σχετικά με την ύπαρξη κινδύνου.

Άρθρο 3
Ηθική και επιστημονική ανεξαρτησία του ιατρού

1. Κάθε ιατρός απολαύει κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, επιστημονικής ελευθερίας και ελευθερίας της συνείδησης του, παρέχει δε τις ιατρικές του υπηρεσίες με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
2. Ο ιατρός ενεργεί με βάση:
α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκηση του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση,
β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και
γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης.
3. Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για τον συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση.
4. Οποιαδήποτε διαγνωστική ή θεραπευτική μέθοδος, η οποία δεν εφαρμόζεται από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, χαρακτηρίζεται ως πειραματική και η εφαρμογή της επιτρέπεται μόνο σύμφωνα με το νομικό και δεοντολογικό πλαίσιο που διέπει τη
διεξαγωγή της επιστημονικής έρευνας.

Άρθρο 4
Εξασφάλιση ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας

1. Ο ιατρός πρέπει να προάγει την ίση πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και την Ίση κατανομή των πόρων. Οφείλει, επίσης, να αποφεύγει τη διακριτική μεταχείριση που προκύπτει από εκπαιδευτικές, νομικές, οικονομικές, κοινωνικές και γεωγραφικές διαφοροποιήσεις.
2. Ο ιατρός πρέπει να συνεργάζεται αρμονικά με τους συναδέλφους του και το λοιπό προσωπικό και να προβαίνει σε κάθε ενέργεια, προκειμένου να αποφευχθούν τα ιατρικά λάθη, να εξασφαλισθεί η ασφάλεια των ασθενών, να ελαχιστοποιηθεί η σπατάλη των πόρων και να μεγιστοποιηθούν τα αποτελέσματα της παροχής φροντίδας υγείας.
3. Ο ιατρός οφείλει, χωρίς να περιορίζεται η ηθική και επιστημονική ανεξαρτησία του, και χωρίς να παραβλέπει το όφελος του συγκεκριμένου ασθενή, να συνταγογραφεί και να προχωρεί μόνο στις ιατρικές πράξεις οι οποίες είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της  ποιότητας, της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της υγειονομικής φροντίδας ή της θεραπείας που παρέχεται.
4. Ο ιατρός πρέπει, τόσο ατομικά όσο και μέσω των ιατρικών εταιρειών και συλλόγων, να συμβάλλει στη δημιουργία και εφαρμογή μηχανισμών που στοχεύουν στην ενθάρρυνση της συνεχούς βελτίωσης της ποιότητας της παρεχόμενης φροντίδας.

Άρθρο 5
Ιατρικά πιστοποιητικά και ιατρικές γνωματεύσεις

1. Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις, καθώς και οι ιατρικές συνταγές που εκδίδονται κατά τους νόμιμους τύπους, έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ ως προς τις νόμιμες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν εκδίδονται από ιατρούς που υπηρετούν σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. ή ιδιώτες ιατρούς. Σε κάθε περίπτωση, τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά και οι εκδιδόμενες γνωματεύσεις αφορούν αποκλειστικά στο γνωστικό αντικείμενο της ειδικότητας κάθε ιατρού. τυχόν ειδικότερες ρυθμίσεις εξακολουθούν να ισχύουν.
2. Ο ιατρός οφείλει, όταν συντάσσει πάσης φύσεως ιατρικά πιστοποιητικά ή γνωματεύσεις, να αναφέρει το σκοπό για  τον οποίο προορίζονται, καθώς και το όνομα του λήπτη του πιστοποιητικού.
3. Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις εκδίδονται μετά από προηγούμενη γραπτή ή προφορική αίτηση του προσώπου στο οποίο αφορούν ή, κατ’ εξαίρεση, τρίτου  προσώπου που έχει έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει, καθώς και όταν αυτό ρητά προβλέπεται στο νόμο. ειδικά τα ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν στην παρούσα κατάσταση του ασθενούς προϋποθέτουν την προηγούμενη εξέταση του ασθενούς. Η έκδοση αναληθών ιατρικών πιστοποιητικών συνιστά πειθαρχικό και ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. ιδιώτες ιατροί που εκδίδουν ιατρικά πιστοποιητικά ή μετέχουν σε επιτροπές που τα εκδίδουν, θεωρούνται υπάλληλοι κατά την έννοια που έχει ο όρος στον Ποινικό Κώδικα.
4. Τα πάσης φύσεως ιατρικά πιστοποιητικά ή ιατρικές γνωματεύσεις παραδίδονται σε αυτόν που παραδεκτά το ζήτησε ή σε τρίτο πρόσωπο, που έχει εξουσιοδοτηθεί ειδικά από τον αιτούντα.

Άρθρο 6
Κωλύματα – ασυμβίβαστα

1. Ο ιατρός μπορεί να ασκεί άλλο επάγγελμα ή επαγγελματική δραστηριότητα εφόσον δεν παρεμποδίζεται η ευσυνείδητη άσκηση της ιατρικής και δεν θίγεται η αξιοπρέπεια του ως ιατρού.
2. Με την άσκηση της ιατρικής εξομοιώνεται και η κατοχή Οποιασδήποτε έμμισθης ή τιμητικής θέσης, για την οποία απαιτείται ως τυπικό προσόν το πτυχίο της Ιατρικής Σχολής.
3. Δεν επιτρέπεται σε ιατρούς οι οποίοι έχουν δίπλωμα φαρμακοποιού ή οδοντιάτρου ή άλλου υγειονομικού επαγγέλματος να διατηρούν φαρμακεία, οδοντιατρεία ή άλλα παρεμφερή καταστήματα σε λειτουργία, εκτός εάν παύσουν την άσκηση της ιατρικής και τη χρησιμοποίηση του τίτλου του ιατρού.
4. Απαγορεύεται στον ιατρό να εξυπηρετεί, να εξαρτάται ή να συμμετέχει σε επιχειρήσεις που παρασκευάζουν ή εμπορεύονται φάρμακα ή υγειονομικό υλικό ή να διαφημίζει και να προβάλλει αυτά, με οποιονδήποτε τρόπο. Οι περιορισμοί αυτοί δεν αποκλείουν τη δυνατότητα σύναψης διαφανών και συγκεκριμένων σχέσεων εργασίας με επιχειρήσεις που παρασκευάζουν φάρμακα ή υγειονομικό υλικό στους ιατρούς που εκ του νόμου έχουν τη δυνατότητα αυτή.

Άρθρο 7
Τόπος άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος

1. Ο ιατρός ασκεί τα καθήκοντα του στην περιφέρεια του ιατρικού συλλόγου στον οποίο έχει εγγραφεί και στη διεύθυνση που έχει δηλώσει. Απαγορεύεται στον ιατρό να διατηρεί περισσότερα του ενός ιατρεία ή εργαστήρια είτε ατομικά είτε σε συνεργασία με άλλον συνάδελφο του ή με τη μορφή ιατρικής εταιρείας.
2. Επιτρέπεται η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών στην περιφέρεια άλλου ιατρικού συλλόγου, όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος της ζωής ή της υγείας ασθενή ή όταν ο ιατρός καλείται να  συμμετάσχει σε ιατρικό συμβούλιο, μετά από πρόσκληση του θεράποντος ιατρού  ή του ίδιου του ασθενή ή, σε περίπτωση αδυναμίας αυτού, των οικείων του, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 22.
3. Απαγορεύεται η πλανοδιακή άσκηση της ιατρικής. επιτρέπονται οι τακτικές επισκέψεις για την παροχή ιατρικής συνδρομής μετά από άδεια του διοικητικού συμβουλίου του κατά τόπο αρμόδιου ιατρικού συλλόγου.
4. Επιτρέπεται η παροχή ιατρικής φροντίδας ή η συγκέντρωση επιστημονικών στοιχείων, καθώς και η υλοποίηση προγραμμάτων προληπτικής ιατρικής ή άλλων προγραμμάτων κοινωνικού ή φιλανθρωπικού χαρακτήρα από ιατρικούς ή άλλους φορείς του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, μετά από έγγραφη έγκριση του οικείου τοπικού ιατρικού συλλόγου, στην οποία ορίζεται ο χώρος, ο χρόνος και ο τρόπος παροχής αυτών των υπηρεσιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΣΧΕΣΕΙΣ ΙΑΤΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΗ

Άρθρο 8
Η ιατρική ως σχέση εμπιστοσύνης και σεβασμού

1. Η συμπεριφορά του ιατρού προς τον ασθενή του πρέπει να είναι αυτή που προς ή κει και αρμόζει στην επιστήμη του και την αποστολή του λειτουργήματος του.
2. Ο ιατρός φροντίζει για την ανάπτυξη σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης και σεβασμού μεταξύ αυτού και του χρήστη ασθενή. Ακούει τους ασθενείς του, τους συμπεριφέρεται με σεβασμό και κατανόηση και σέβεται τις απόψεις, την ιδιωτικότητα και την αξιοπρέπεια τους.
3. Ο ιατρός δεν παρεμβαίνει στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του ασθενή, παρά μόνο στο μέτρο, στο βαθμό και στην έκταση που είναι αναγκαίο και αρκετό για την
αποτελεσματική προσφορά των ιατρικών υπηρεσιών του εφόσον αυτό του έχει επιτραπεί.
4. Ο ιατρός, κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών, σέβεται τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές, ηθικές ή πολιτικές απόψεις και αντιλήψεις του ασθενή. Οι απόψεις του ιατρού σχετικά με τον τρόπο ζωής του ασθενή, τις πεποιθήσεις και την κοινωνική ή οικονομική κατάσταση του τελευταίου δεν επιτρέπεται να επηρεάζουν τη φροντίδα ή τη θεραπευτική αντιμετώπιση που παρέχεται.
5. Ο ιατρός δεν πρέπει να εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη του ασθενή, να χρησιμοποιεί τη θέση του για τη σύναψη ανάρμοστων προσωπικών σχέσεων με τους ασθενείς ή τους συγγενείς τους, να ασκεί οικονομικές ή άλλες πιέσεις, να αποκαλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες και να συστήνει θεραπείες ή να παραπέμπει
τους ασθενείς σε εξετάσεις οι οποίες δεν είναι προς το συμφέρον τους.
6. Όταν ο ιατρός, μετά το πέρας των καθηκόντων του, παραδίδει τη φροντίδα του ασθενή του σε άλλο συνάδελφο του, πρέπει να εξασφαλίζει ότι η διαδικασία παράδοσης γίνεται αποτελεσματικά και μετά από ακριβή και σαφή ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση, τις ανάγκες του ασθενή και τις υπάρχουσες εκκρεμότητες.
7. Ο ιατρός είναι υποχρεωμένος να διευκολύνει τη συγκρότηση ιατρικού συμβουλίου, όταν το ζητούν ο ασθενής ή οι οικείοι του.

Άρθρο 9
Υποχρεώσεις του ιατρού προς τον ασθενή

1. Ο ιατρός δίνει προτεραιότητα στην προστασία της υγείας του ασθενή.
2. Ο ιατρός δεν μπορεί να αρνείται την προσφορά των υπηρεσιών του για λόγους άσχετους προς την επιστημονική του επάρκεια, εκτός εάν συντρέχει ειδικός λόγος, που να καθιστά αντικειμενικά αδύνατη την προσφορά των υπηρεσιών του.
3. Ο ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών ανεξάρτητα από την ειδικότητα του. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον ιατρό, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την άσκηση της ιατρικής, και ισχύει μέχρι την παραπομπή του ασθενή σε ιατρό κατάλληλης ειδικότητας ή τη μεταφορά του σε κατάλληλη μονάδα παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης. σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης.
4. Ο ιατρός μπορεί να διακόψει την παροχή των υπηρεσιών, που ήδη προσφέρει στον ασθενή του, για λόγους επιστημονικούς ή προσωπικούς και εφόσον δεν τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η υγεία ή η ζωή του τελευταίου. Στην περίπτωση αυτή, οφείλει, εφόσον του ζητηθεί, να υποδείξει άλλο συνάδελφο του για την αναπλήρωση του.
5. Ο ιατρός οφείλει, σε κάθε περίπτωση επέλευσης έκτακτης ανάγκης ή μαζικής καταστροφής, ανεξαρτήτως της ένταξης του σε σχέδιο αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών, να προσφέρει τις ιατρικές υπηρεσίες του, έστω και χωρίς αμοιβή ή αποζημίωση.

Άρθρο 10
Συνεχιζόμενη εκπαίδευση, διεπιστημονικότητα και επαγγελματική συνεργασία
1. Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ο ιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητας του.
2. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει όχι μόνον τις ιατρικές γνώσεις, αλλά και τις κλινικές δεξιότητες, καθώς και τις ικανότητες συνεργασίας σε ομάδα, οι οποίες είναι απαραίτητες για την παροχή ποιοτικής φροντίδας υγείας. Η συνεργασία στο πλαίσιο κάθε διεπιστημονικής ή μη ομάδας πρέπει να γίνεται εποικοδομητικά. Αν ο ιατρός ηγείται της ομάδας, προσπαθεί να εξασφαλίσει από όλα τα μέλη την ανάγκη παροχής αξιοπρεπούς και αποτελεσματικής φροντίδας, καθώς και εκδήλωσης σεβασμού στην προσωπικότητα του ασθενή.
3. Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του.

Άρθρο 11
Υποχρέωση ενημέρωσης

1. Ο ιατρός έχει καθήκον αληθείας προς τον ασθενή. Οφείλει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεση της, τις εναλλακτικές προτάσεις, καθώς και για τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης, έτσι ώστε ο ασθενής να μπορεί να σχηματίζει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων και συνεπειών της κατάστασης του και να προχωρεί, ανάλογα, στη λήψη αποφάσεων.
2. Ο ιατρός σέβεται την επιθυμία των ατόμων τα οποία επιλέγουν να μην ενημερωθούν. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ασθενής έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον ιατρό να ενημερώσει αποκλειστικά άλλο ή άλλα πρόσωπα, που ο ίδιος θα υποδείξει, για την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες ή και τους κινδύνους από την εκτέλεση της, καθώς και για το βαθμό πιθανολόγησής τους.
3. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να καταβάλλεται κατά την ενημέρωση που αφορά σε ειδικές επεμβάσεις, όπως μεταμοσχεύσεις, μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επεμβάσεις αλλαγής ή αποκαταστάσεως φύλου, αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις.
4. Αν τα πρόσωπα δεν έχουν την ικανότητα να συναινέσουν για την εκτέλεση ιατρικής πράξης, ο ιατρός τα ενημερώνει στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Ενημερώνει, επίσης, τα τρίτα πρόσωπα, που έχουν την εξουσία να συναινέσουν για την εκτέλεση της πράξης αυτής, κατά τις διακρίσεις του επόμενου άρθρου.

Άρθρο 12
Συναίνεση του ενημερωμένου ασθενή

1. Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενή.
2. Προϋποθέσεις της έγκυρης συναίνεσης του ασθενή είναι οι ακόλουθες:
α) Να παρέχεται μετά από πλήρη, σαφή και κατανοητή ενημέρωση, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο.
β) Ο ασθενής να έχει ικανότητα για συναίνεση.
αα) Αν ο ασθενής είναι ανήλικος, η συναίνεση δίδεται από αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα ή έχουν την επιμέλεια του. λαμβάνεται, όμως, υπόψη και η γνώμη του, εφόσον ο ανήλικος, κατά την κρίση του ιατρού, έχει την ηλικιακή, πνευματική και συναισθηματική ωριμότητα να κατανοήσει την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο της ιατρικής πράξης και τις συνέπειες ή τα αποτελέσματα ή τους κινδύνους της πράξης αυτής. Στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 11 απαιτείται πάντοτε η συναίνεση των προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου.
ββ) Αν ο ασθενής δεν διαθέτει ικανότητα συναίνεσης, η συναίνεση για την εκτέλεση ιατρικής πράξης δίδεται από τον δικαστικό συμπαραστάτη, εφόσον αυτός έχει ορισθεί. Αν δεν υπάρχει δικαστικός συμπαραστάτης, η συναίνεση δίδεται από τους οικείους του ασθενή. Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός πρέπει να προσπαθήσει να εξασφαλίσει την εκούσια συμμετοχή, σύμπραξη και συνεργασία του ασθενή, και ιδίως εκείνου του ασθενή που κατανοεί την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο της ιατρικής πράξης, τους κινδύνους, τις συνέπειες και τα αποτελέσματα της πράξης αυτής.
γ) Η συναίνεση να μην είναι αποτέλεσμα πλάνης, απάτης ή απειλής και να μην έρχεται σε σύγκρουση με τα χρηστά ήθη.
δ) Η συναίνεση να καλύπτει πλήρως την ιατρική πράξη και κατά το συγκεκριμένο περιεχόμενο της και κατά το χρόνο της εκτέλεσης της.

3. Κατ' εξαίρεση δεν απαιτείται συναίνεση:
α) στις επείγουσες περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν μπορεί να ληφθεί κατάλληλη συναίνεση και συντρέχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας,
β) στην περίπτωση απόπειρας αυτοκτονίας ή
γ) αν οι γονείς ανήλικου ασθενή ή οι συγγενείς ασθενή που δεν μπορεί για οποιονδήποτε λόγο να συναινέσει ή άλλοι τρίτοι, που έχουν την εξουσία συναίνεσης για τον ασθενή, αρνούνται να δώσουν την αναγκαία συναίνεση και υπάρχει ανάγκη άμεσης παρέμβασης, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του ασθενή.

Άρθρο 13
Ιατρικό απόρρητο

1. Ο ιατρός οφείλει να τηρεί αυστηρά απόλυτη εχεμύθεια για οποιοδήποτε στοιχείο υποπίπτει στην αντίληψη του ή του αποκαλύπτει ο ασθενής ή τρίτοι, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, και το οποίο αφορά στον ασθενή ή τους οικείους του.
2. Για την αυστηρή και αποτελεσματική τήρηση του ιατρικού απορρήτου, ο ιατρός οφείλει:
α) να ασκεί την αναγκαία εποπτεία στους βοηθούς, στους συνεργάτες ή στα άλλα πρόσωπα που συμπράττουν ή συμμετέχουν ή τον στηρίζουν με οποιονδήποτε τρόπο κατά την άσκηση του λειτουργήματος του και
β) να λαμβάνει κάθε μέτρο διαφύλαξης του απορρήτου και για το χρόνο μετά τη -με οποιονδήποτε τρόπο – παύση ή λήξη άσκησης του λειτουργήματος του.
3. Η άρση του ιατρικού απορρήτου επιτρέπεται όταν:
α) Ο ιατρός αποβλέπει στην εκπλήρωση νομικού καθήκοντος. Νομικό καθήκον συντρέχει, όταν η αποκάλυψη επιβάλλεται από ειδικό νόμο, όπως στις περιπτώσεις γέννησης, θανάτου, μολυσματικών νόσων και άλλες, ή από γενικό νόμο, όπως στην υποχρέωση έγκαιρης αναγγελίας στην αρχή, όταν ο ιατρός μαθαίνει με τρόπο αξιόπιστο ότι μελετάται κακούργημα ή ότι άρχισε ήδη η εκτέλεση του και, μάλιστα, σε χρόνο τέτοιο, ώστε να μπορεί ακόμα να προληφθεί η τέλεση ή το αποτέλεσμα του.
β) Ο ιατρός αποβλέπει στη διαφύλαξη έννομου ή άλλου δικαιολογημένου, ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος ή συμφέροντος του ίδιου του ιατρού ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορεί να διαφυλαχθεί διαφορετικά.
γ) Όταν συντρέχει κατάσταση ανάγκης ή άμυνας.
4. Η υποχρέωση τήρησης ιατρικού απορρήτου αίρεται, εάν συναινεί σε αυτό εκείνος στον οποίο αφορά, εκτός εάν η σχετική δήλωση του δεν είναι έγκυρη, όπως στην περίπτωση, που αυτή είναι προϊόν πλάνης, απάτης, απειλής, σωματικής ή ψυχολογικής βίας, ή εάν η άρση του απορρήτου συνιστά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
5. Οι ιατροί που ασκούν δημόσια υπηρεσία ελέγχου, επιθεώρησης ή πραγματογνωμοσύνης απαλλάσσονται από την υποχρέωση τήρησης του ιατρικού απορρήτου μόνο έναντι των εντολέων τους και μόνο ως προς το αντικείμενο της εντολής και τους λοιπούς όρους χορήγησης της.
6. Η υποχρέωση τήρησης και διαφύλαξης του ιατρικού απορρήτου δεν παύει να ισχύει με το θάνατο του ασθενή.

Άρθρο 14
Τήρηση ιατρικού αρχείου

1. Ο ιατρός υποχρεούται να τηρεί ιατρικό αρχείο, σε ηλεκτρονική ή μη μορφή, το οποίο περιέχει δεδομένα που συνδέονται αρρήκτως ή αιτιωδώς με την ασθένεια ή την υγεία των ασθενών του. Για την τήρηση του αρχείου αυτού και την επεξεργασία των δεδομένων του εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α').
2. Τα ιατρικά αρχεία πρέπει να περιέχουν το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, το φύλο, την ηλικία, το επάγγελμα, τη διεύθυνση του ασθενή, τις ημερομηνίες της επίσκεψης, καθώς και κάθε άλλο ουσιώδες στοιχείο που συνδέεται με την παροχή φροντίδας στον ασθενή, όπως, ενδεικτικά και ανάλογα με την ειδικότητα, τα ενοχλήματα της υγείας του και το λόγο της επίσκεψης, την πρωτογενή και δευτερογενή διάγνωση ή την αγωγή που ακολουθήθηκε.
3. Οι κλινικές και τα νοσοκομεία τηρούν στα ιατρικά τους αρχεία και τα αποτελέσματα όλων των κλινικών και παρακλινικών εξετάσεων.
4. Η υποχρέωση διατήρησης των ιατρικών αρχείων ισχύει:
α) στα ιδιωτικά ιατρεία και τις λοιπές μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του ιδιωτικού τομέα, για μία δεκαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή και
β) σε κάθε άλλη περίπτωση, για μία εικοσαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή.
5. Ο ιατρός λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε στην περίπτωση επιστημονικών δημοσιεύσεων να μην γνωστοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο η ταυτότητα του ασθενή στον οποίο αφορούν τα δεδομένα. Εάν, λόγω της φύσης της δημοσίευσης, είναι αναγκαία η αποκάλυψη της ταυτότητας του ασθενή ή στοιχείων που υποδεικνύουν ή μπορούν να οδηγήσουν στην εξακρίβωση της ταυτότητας του, απαιτείται η ειδική έγγραφη συναίνεση του.
6. Ο ιατρός τηρεί τα επαγγελματικά του βιβλία με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται το ιατρικό απόρρητο και η προστασία των προσωπικών δεδομένων.
7. Στα ιατρικά αρχεία δεν πρέπει να αναγράφονται κρίσεις ή σχολιασμοί για τους ασθενείς, παρά μόνον εάν αφορούν στην ασθένεια τους.
8. Ο ασθενής έχει δικαίωμα πρόσβασης στα ιατρικά αρχεία, καθώς και λήψης αντιγράφων του φακέλου του. Το δικαίωμα αυτό, μετά το θάνατο του, ασκούν οι κληρονόμοι του, εφόσον είναι συγγενείς μέχρι τετάρτου βαθμού.
9. Δεν επιτρέπεται σε τρίτο η πρόσβαση στα ιατρικά αρχεία ασθενή. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η πρόσβαση:
α) στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση τρίτου που επικαλείται έννομο συμφέρον και σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες,
β) σε άλλα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας, που με βάση τις καταστατικές τους διατάξεις έχουν τέτοιο δικαίωμα και αρμοδιότητα.
10. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα πρόσβασης, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, στα εθνικά ή διεθνή αρχεία στα οποία έχουν εισέλθει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν.

Άρθρο 15
Σύγκρουση καθηκόντων

Ο ιατρός που βρίσκεται μπροστά σε σύγκρουση καθηκόντων αντιμετωπίζει τη σύγκρουση αυτή με βάση την επιστημονική του γνώση, τη σύγκριση των έννομων αγαθών που διακυβεύονται, τον απόλυτο σεβασμό της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας και τη συνείδηση του στο πλαίσιο των αρχών του άρθρου 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΣΧΕΣΕΙΣ ΙΑΤΡΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Άρθρο 16
Ο ιατρός και η κοινωνία

1. Ο ιατρός οφείλει να γνωρίζει τον κοινωνικό χαρακτήρα του λειτουργήματος του και έχει την υποχρέωση, με βάση τις γνώσεις του, τις δεξιότητες και την πείρα που έχει αποκτήσει, να εφιστά την προσοχή της κοινότητας, στην οποία ανήκει, σε θέματα που έχουν σχέση με τη δημόσια υγεία και τη βελτίωση της ποιότητας των ιατρικών υπηρεσιών.
2. Ο ιατρός συμμετέχει σε επαγγελματικές ή και επιστημονικές οργανώσεις που έχουν ως σκοπό την προστασία των συλλογικών συμφερόντων της ιατρικής κοινότητας, καθώς και τη μελέτη, επεξεργασία, πρόταση και εφαρμογή συλλογικών μέτρων, που συμβάλλουν στη βελτίωση της δημόσιας υγείας.
3. Ο ιατρός έχει δικαίωμα στο σεβασμό της προσωπικότητας του και της ιδιωτικής του ζωής από τον Τύπο και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, κατά την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος.
4. Ο ιατρός απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια η οποία μπορεί να οδηγήσει στον κοινωνικό αποκλεισμό ή στη διακριτική μεταχείριση ασθενών ή ατόμων που είναι φορείς νόσων, οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν κοινωνικό στίγμα. Αντίθετα, μεριμνά για το σεβασμό της αξιοπρέπειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, παρέχοντας παράλληλα την καλύτερη δυνατή επιστημονική αντιμετώπιση τους.
5. Ο ιατρός δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην παροχή φροντίδας σε άτομα τα οποία ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, όπως γυναίκες που ζουν σε ελλειμματικές συνθήκες ασφάλειας, παιδιά προβληματικών οικογενειών, νεαρά άτομα που διαβιώνουν σε καταστάσεις υψηλού κινδύνου, άτομα με χρόνια νοσήματα ή άτομα της τρίτης ηλικίας.
6. Ο ιατρός παρέχει σε άτομα που ζουν σε φυλακές και στα παιδιά τους, που ζουν σε ιδρύματα, εξίσου καλή φροντίδα με εκείνη που παρέχεται στους υπόλοιπους πολίτες.
7. Στην περίπτωση παροχής φροντίδας σε λιγότερο προνομιούχες ομάδες ατόμων, όπως οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, ο ιατρός λαμβάνει υπόψη ιδιαιτέρως την πολιτισμική διάσταση της υγείας.

Άρθρο 17
Διαφήμιση –Παρουσία ιατρών στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης

1. Απαγορεύεται οποιαδήποτε προσωπική διαφήμιση ή συστηματική δημόσια παρουσία ή αναφορά του ονόματος του ιατρού, άμεσα ή έμμεσα, η οποία είτε προέρχεται από αυτόν είτε διενεργείται με δική του υποκίνηση.
2. Απαγορεύεται η ανάρτηση σε δημόσιο χώρο διαφημιστικών πινακίδων ή επιγραφών, η διανομή φυλλαδίων, αγγελιών, δημοσιευμάτων ή οποιασδήποτε φύσης διαφημιστικών εντύπων ή άλλων ανακοινώσεων στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η χρήση των ανωτέρω μέσων σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8.
3. Απαγορεύεται η εντοίχιση επιγραφών ή πινακίδων με εμπορικό ή κερδοσκοπικό περιεχόμενο, καθώς και η ανάρτηση πινακίδων σε εξώστες, παράθυρα ή άλλα σημεία εκτός από την κύρια είσοδο του τόπου της κατοικίας και της επαγγελματικής εγκατάστασης του ιατρού και την πρόσοψη του κτιρίου. Οι διαστάσεις των πινακίδων οι οποίες επιτρέπεται να αναρτηθούν στην κύρια είσοδο της επαγγελματικής έδρας του ιατρού δεν είναι δυνατόν να είναι μεγαλύτερες των 0,25 Χ 0,30 εκατοστών και περιέχουν υποχρεωτικά και μόνον το όνομα, το επώνυμο, τον αριθμό μητρώου του οικείου Ιατρικού Συλλόγου, τους μόνιμους τίτλους που έχουν αναγνωρισθεί στην Ελλάδα, την ειδικότητα και τις ημέρες και ώρες των επισκέψεων. Απαγορεύεται η επιδεικτική διακόσμηση και ο φωτισμός των πινακίδων.
4. Οι πινακίδες είναι ομοιόμορφες. Ο ιατρός οφείλει, πριν από την ανάρτηση, να υποβάλει την πινακίδα, που προτίθεται να αναρτήσει, προς έγκριση στον οικείο Σύλλογο, ο οποίος αποφαίνεται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών, άλλως θεωρείται ότι την εγκρίνει.
5. Οποιαδήποτε χρησιμοποίηση των ανωτέρω ή παρεμφερών στοιχείων από τρίτους, οι οποίοι έχουν σχέσεις συγγένειας, συνεργασίας ή εξάρτησης από τον ιατρό, με έμμεσο ή άμεσο σκοπό τη διαφήμιση του, συνεπάγεται τις ίδιες κυρώσεις σε βάρος του ιατρού, τις οποίες προβλέπει ο νόμος, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο ιατρός γνώριζε τις ενέργειες των προσώπων αυτών.
6. Η δημοσίευση – εν γνώσει του ιατρού - αγγελιών, επιστολών ή δηλώσεων με μορφή ευχαριστηρίων ή συγχαρητηρίων και πραγματικών ή υποθετικών διαγνωστικών ή θεραπευτικών επιτυχιών και ικανοτήτων του, η οποία στοχεύει στην επαγγελματική διαφήμιση, συνεπάγεται τις ίδιες κυρώσεις.
7. Οποιαδήποτε επιτρεπόμενη παροχή πληροφοριών δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να οδηγεί σε κατάχρηση της εμπιστοσύνης των ασθενών και σε εκμετάλλευση της έλλειψης ειδικών ιατρικών γνώσεων από πλευράς του κοινού.
8. Δεν συνιστούν ανεπίτρεπτη διαφήμιση:
α) οι δημόσιες ανακοινώσεις για ιατρικά θέματα, εφόσον γίνονται από ειδικούς σε θέματα της ειδικότητας τους και με γνώμονα την ενημέρωση των συναδέλφων ιατρών ή της κοινής γνώμης,
β) η συμμετοχή σε δημόσιες συζητήσεις, στο γραπτό ή ηλεκτρονικό Τύπο, με σκοπό την ενημέρωση της κοινής γνώμης γύρω από θέματα αρμοδιότητας ή ειδικότητας του ιατρού ή του πεδίου ευθύνης του, επίκαιρα ή μη, που την απασχολούν, εφόσον βεβαίως τηρούνται οι αρχές της αβρότητας, της έντιμης εκφοράς κρίσεων και επιχειρημάτων και του σεβασμού της άλλης άποψης, που διατυπώνεται με τους ίδιους κανόνες.
9. Η ενημέρωση του κοινού από τους ιατρούς σε θέματα της ειδικότητας ή του γνωστικού τους αντικειμένου πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις αρχές και τις κείμενες διατάξεις που διέπουν την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και την Ιατρική Δεοντολογία. Η ενημέρωση πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά σε στοιχεία απόλυτα τεκμηριωμένα και διεθνώς παραδεδεγμένα. Η παρουσία του ιατρού πρέπει να περιορίζεται στα αναγκαία για την ενημέρωση πλαίσια και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υποκρύπτεται σκοπός διαφήμισης.
10. Δεν επιτρέπεται η δια των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης έκφραση απόψεων που μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση ή παραπλάνηση του κοινού για θέματα υγείας. Ο περιορισμός αυτός ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις υποθέσεων οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών.

Άρθρο 18
Παρουσία των ιατρών στο Διαδίκτυο

1. Οι ιατροί μπορούν να διατηρούν ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο στην οποία αναφέρονται ιδίως τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 17.
2. Το όνομα, η επωνυμία ή ο τίτλος που επιλέγει ο ιατρός για την ιστοσελίδα του ή την ηλεκτρονική του διεύθυνση πρέπει να συνάδουν με την επαγγελματική του ευπρέπεια και αξιοπρέπεια και να ανταποκρίνονται στις πραγματικά παρεχόμενες υπηρεσίες. Η ιστοσελίδα πρέπει να αναφέρει το χρόνο της τελευταίας της ενημέρωσης. Πρέπει, επίσης, να αναφέρει οποιαδήποτε πιθανή σύγκρουση συμφερόντων.
3. Η ιστοσελίδα μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις συμβάσεις ή τη – με οποιονδήποτε τρόπο –συνεργασία του ιατρού με το Δημόσιο, τα ταμεία ασθενείας και τους ασφαλιστικούς φορείς.
4. Οι πληροφορίες που παρέχονται στην ιστοσελίδα πρέπει να είναι ακριβείς, αντικειμενικές, κατανοητές και σύμφωνες με τον παρόντα Κώδικα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να οδηγούν σε παραπλάνηση του κοινού ή σε έμμεση συγκριτική εκτίμηση προσόντων ή πτυχίων.

Άρθρο 19
Αμοιβή ιατρού

1. Ο ιατρός παρέχει τις υπηρεσίες του με αμοιβή και χειρίζεται το θέμα αυτό με λεπτότητα, διακριτικότητα και χωρίς πρόθεση εκμετάλλευσης του ασθενή. Η διεκδίκηση της νόμιμης αμοιβής ή κάθε άλλο θέμα σχετικό με αυτήν πρέπει να διενεργείται με τρόπο ο οποίος να μην απάδει προς την αξιοπρέπεια και τον κατεξοχήν ανθρωπιστικό χαρακτήρα του ιατρικού επαγγέλματος.
2. Ο ιατρός μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς αμοιβή ή με μειωμένη αμοιβή σε ειδικές κατηγορίες ασθενών, με βάση κριτήρια, που είναι κοινωνικώς πρόσφορα, παραδεκτά και σύμφωνα με το βαθύτερο ανθρωπιστικό χαρακτήρα του ιατρικού επαγγέλματος.
3. Ο ιατρός παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς αμοιβή στους συναδέλφους του και στους συγγενείς προς τους οποίους αυτοί έχουν νόμιμη υποχρέωση, καθώς και στους φοιτητές της ιατρικής.
4. Ο ιατρός έχει δικαίωμα να απαιτήσει την αμοιβή του είτε από τον εργοδότη, ως εργαζόμενος, είτε από τον ασθενή, ως ελεύθερος επαγγελματίας, με την απαιτούμενη όμως ευπρέπεια. Παρέχει τα νόμιμα παραστατικά τα οποία αφορούν στην κατάσταση υγείας του ασθενή και στις οικονομικές συναλλαγές σχετικά με τις παρασχεθείσες ιατρικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το αν αυτό του ζητηθεί ή όχι από τον ασθενή. Κάθε ιατρός ως εξωνοσοκομειακός – ελεύθερος επαγγελματίας έχει δικαίωμα να καθορίσει, εκτός εάν υπόκειται σε ειδικό καθεστώς, το επίπεδο αμοιβής του, ανάλογα με τις ικανότητες του. Σε επείγουσες περιπτώσεις, η αμοιβή από τους ασθενείς αναζητείται αφού παρασχεθεί η ενδεικνυόμενη ιατρική συνδρομή.
5. Ο ιατρός που προσφέρει τις υπηρεσίες του στο δημόσιο τομέα ή σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης απαγορεύεται να αξιώνει, να συμφωνεί ή να εισπράττει από τον ασθενή οποιοδήποτε οικονομικό αντάλλαγμα ή άλλο ωφέλημα οποιασδήποτε φύσης ή να δέχεται υπόσχεση τού του πέρα από τη μηνιαία ή άλλη αποζημίωση ή αμοιβή του, όπως ορίζονται στο νόμο ή στη σύμβαση του.
6. Οποιαδήποτε συναλλαγή που αφορά στη λήψη αμοιβής από ασθενή μεταξύ ιατρών και οποιουδήποτε άλλου λειτουργού υγείας απαγορεύεται.
7. Απαγορεύεται στον ιατρό να χρησιμοποιεί εικονικούς μεσάζοντες πελάτες ή άλλους με σκοπό την προμήθεια πελατών με ποσοστά, καθώς και να λαμβάνει ποσοστά επί της ιατρικής αμοιβής.

Άρθρο 20
Άσκηση ιατρικής στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφάλισης

1. Ο ιατρός που προσφέρει τις υπηρεσίες του σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα έχει όλα τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις, όπως αυτές περιγράφονται στο προηγούμενο άρθρο. Ιδίως, δίνει προτεραιότητα στην αποτελεσματική θεραπεία του ασθενή και στη διατήρηση ή και βελτίωση της υγείας του.
2. Ο ιατρός οφείλει να ενεργεί με κύριο γνώμονα το συμφέρον των ασθενών ασφαλισμένων, πάντα όμως στο πλαίσιο του κανονισμού υγειονομικής περίθαλψης του οικείου φορέα κοινωνικής ασφάλισης.
3. Οι σχέσεις ιατρών και ασφαλιστικών οργανισμών διέπονται από το γενικό πλαίσιο δεοντολογίας και τις συμβάσεις που ισχύουν μεταξύ τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ

Άρθρο 21
Σχέσεις με συναδέλφους και λοιπό προσωπικό

1. Ο ιατρός πρέπει να έχει επαγγελματική συνείδηση, να διατηρεί καλές επαγγελματικές σχέσεις με τους συναδέλφους του, να βοηθά αυτούς πρόθυμα και να σέβεται τη διαφορετική τους άποψη σε επαγγελματικά και επιστημονικά θέματα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επικρίνει δημοσίως τους συναδέλφους του ούτε να υπαινίσσεται οποιαδήποτε υπεροχή έναντι αυτών. Η συμπεριφορά αυτή δεν θα πρέπει να εξαρτάται από την τυχόν διαφορά των χρόνων άσκησης επαγγέλματος, το οικονομικό επίπεδο των συναδέλφων, τη διαφορά ιεραρχίας ή τίτλων σπουδών που έχουν μεταξύ τους.
2. Ο ιατρός αποφεύγει οποιαδήποτε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τους συναδέλφους του. Ως τέτοια πράξη θεωρείται ιδίως:
α) η χρήση επιστημονικών, επαγγελματικών ή ακαδημαϊκών τίτλων που δεν κατέχει ή δεν έχουν αποκτηθεί νόμιμα ή δεν έχουν αναγνωρισθεί στην Ελλάδα,
β) η επαγγελία θεραπείας με μεθόδους, φάρμακα και άλλα θεραπευτικά μέσα που δεν έχουν αναγνωρισθεί και καθιερωθεί επιστημονικά ή και νομότυπα, καθώς και η χρήση οργάνων, μηχανημάτων ή πειραμάτων, όταν εφαρμόζονται με σκοπό την προσέλκυση πελατείας ή τη διαφήμιση,
γ) η εκχώρηση μέρους της ιατρικής αμοιβής ή η παροχή ποσοστών αυτής σε πρόσωπα που μεσολαβούν για την προσέλκυση πελατείας.
3. Ο ιατρός που καλείται να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ασθενή που παρακολουθείται από άλλον συνάδελφο του πρέπει, προς το συμφέρον του ασθενή, να επιδιώξει να έλθει σε επαφή με τον τελευταίο θεράποντα ιατρό, εκτός αν ο ασθενής δηλώσει ανεπιφύλακτα στον ιατρό την αντίθεση του σε μία τέτοια ενέργεια.
4. Ο ιατρός οφείλει να σέβεται, να διατηρεί άριστες σχέσεις και να συνεργάζεται αρμονικά με τους νοσηλευτές και το λοιπό προσωπικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, παραμερίζοντας οποιαδήποτε τυχόν διαφορά, με γνώμονα το συμφέρον του ασθενή και την εύρυθμη λειτουργία του φορέα παροχής υπηρεσιών.
5. Ο ιατρός μπορεί να αναθέτει φροντίδα στο νοσηλευτικό προσωπικό εάν κρίνει ότι αυτό είναι προς όφελος του ασθενή. Πρέπει όμως να είναι βέβαιος ότι το πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται ένα συγκεκριμένο καθήκον είναι ικανό να το αναλάβει. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να δώσει όλες τις απαραίτητες για τη διεκπεραίωση του καθήκοντος πληροφορίες σχετικά με τον ασθενή και τη συγκεκριμένη διαδικασία. Ο ιατρός παραμένει υπεύθυνος για τη διαχείριση της φροντίδας του ασθενή.
6. Η προσφυγή του ιατρού στα αρμόδια επαγγελματικά και ελεγκτικά όργανα σχετικά με θέματα αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς, παράνομης ή πλημμελούς άσκησης της ιατρικής από συναδέλφους του δεν αποτελεί παράβαση του καθήκοντος συναδελφικότητας.

Άρθρο 22
Ιατρικά συμβούλια

1. Αν ο ιατρός, ο ασθενής ή οι οικείοι του κρίνουν σκόπιμη τη συγκρότηση ιατρικού συμβουλίου, ο θεράπων ιατρός μπορεί να υποδείξει σύμβουλο της επιλογής του. Είναι όμως υποχρεωμένος να αφήσει στην οικογένεια ελευθερία επιλογής με βάση το συμφέρον του αρρώστου και τις μεταξύ τους σχέσεις εμπιστοσύνης.
2. Εάν ο ασθενής ή οι οικείοι του επιλέξουν ως σύμβουλο ιατρό με τον οποίο ο θεράπων ιατρός δεν διατηρεί αγαθές επαγγελματικές σχέσεις, ο τελευταίος μπορεί να αποσύρεται χωρίς δικαιολογία. Το ίδιο ισχύει προκειμένου για την εκλογή ειδικού ιατρού, εργαστηριακού ή κλινικού.
3. Ο θεράπων ιατρός οφείλει να πληροφορεί τον ασθενή ή τους οικείους του για κάθε λεπτομέρεια που αφορά στο ιατρικό συμβούλιο, καθώς και για  την οφειλόμενη αμοιβή.
4. Ο θεράπων ιατρός καλεί το σύμβουλο ιατρό, ορίζει την ημέρα, την ώρα και το χώρο που θα συνέλθει το συμβούλιο και συντονίζει τη διαδικασία.
Η διεξαγωγή του ιατρικού συμβουλίου περιλαμβάνει:
α) σύντομη προεισηγητική διάσκεψη κατά την οποία την εισήγηση διατυπώνει ο θεράπων ιατρός,
β) εξέταση του ασθενούς από καθέναν από τους συμβούλους,
γ) ιδιαίτερη διάσκεψη των ιατρών, η οποία ακολουθεί την εξέταση και
δ) ανακοίνωση προς την οικογένεια του πορίσματος του συμβουλίου από εκείνον που το διηύθυνε.
Εάν προκύψει διαφορά γνωμών, ο θεράπων ιατρός μπορεί είτε να αποδεχθεί τη γνώμη του συμβούλου ιατρού είτε, εφόσον την κρίνει άστοχη ή επιζήμια, να αποποιηθεί την ευθύνη. Στην περίπτωση αυτή γνωστοποιεί τη διαφωνία του στον ασθενή ή στην οικογένειά του και ζητεί τη συγκρότηση άλλου συμβουλίου, εάν το κρίνει σκόπιμο και προς το συμφέρον του ασθενή. Εφόσον η οικογένεια προτιμήσει τη γνώμη του συμβούλου ή αποκρούσει τη σύσταση νέου συμβουλίου, ο θεράπων ιατρός δικαιούται να αποσυρθεί.
5. Ο σύμβουλος ιατρός δεν μπορεί να γίνει θεράπων ιατρός του ασθενή, παρά μόνον στην περίπτωση που ο θεράπων ιατρός, ο οποίος τον κάλεσε, τον εξουσιοδοτεί ρητά ως προς αυτό ή εάν διαφωνήσει και αποχωρήσει, εφόσον ληφθεί πάντοτε υπόψη η προτίμηση του ασθενή.
6. Όταν παρουσιάζεται ανάγκη πρόσκλησης ειδικού ιατρού ή χειρουργού, ο θεράπων ιατρός μπορεί να υποδείξει τους καταλληλότερους κατά την κρίση του, Δεν επιτρέπεται όμως να παραβλέψει τις προτιμήσεις του ασθενή, παρά μόνον σε περίπτωση προσωπικής διάστασης ή αδυναμίας να συνεργασθεί με τον ειδικό ιατρό ή τον χειρουργό που προτιμά ο ασθενής. Το ίδιο ισχύει και προκειμένου για την εκλογή θεραπευτηρίου, εργαστηρίου και νοσηλευτικού ιδρύματος.
7. Οι χειρουργοί, οι ειδικοί ιατροί και οι εργαστηριακοί ιατροί, προς τους οποίους παραπέμπεται ο ασθενής από τον θεράποντα ιατρό του, είναι υποχρεωμένοι να γνωστοποιούν στον τελευταίο το πόρισμα της εξέτασης. Αφού εκπληρώσουν αυτήν την εντολή, δεν επιτρέπεται να διατηρούν περαιτέρω σχέσεις ιατρικής φύσεως με τον ασθενή και ιδιαίτερα για θέματα εκτός της ειδικότητας τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Άρθρο 23
Ο ρόλος του ιατρού στην εκπαιδευτική διαδικασία

1. Ο ιατρός πρέπει να συμβάλλει στην εκπαίδευση άλλων ιατρών, φοιτητών της ιατρικής και λοιπών συναδέλφων του.
2. Κάθε ιατρός πρέπει να είναι προετοιμασμένος να επιβλέπει λιγότερο έμπειρους συναδέλφους του.
3. Ο ιατρός ο οποίος έχει ιδιαίτερες εκπαιδευτικές υποχρεώσεις πρέπει να αναπτύσσει τις διδακτικές του ικανότητες. Εάν είναι υπεύθυνος για την εκπαίδευση νεότερων συναδέλφων του, πρέπει να είναι βέβαιος ότι αυτοί εποπτεύονται κατάλληλα.
4. Ο ιατρός αναγνωρίζει τη σημασία και συμβάλλει στην εκπαίδευση των ασθενών που πάσχουν από χρόνια νοσήματα, καθώς και των μελών της οικογένειας τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

Άρθρο 24
Ιατρική έρευνα

1. Η ιατρική έρευνα διεξάγεται ελεύθερα στο πλαίσιο των θεμελιωδών πνευματικών και ηθικών αξιών, που χαρακτηρίζονται από σεβασμό στον άνθρωπο και την αξιοπρέπεια του.
2. Η ιατρική έρευνα στον άνθρωπο επιτρέπεται με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Ενημέρωση του ανθρώπου που υπόκειται σε έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 11, και ιδίως ως προς:
αα) την ύπαρξη και το μέγεθος πιθανών κινδύνων,
ββ) τα δικαιώματα προστασίας του ατόμου,
γγ) τον εθελοντικό χαρακτήρα
συμμετοχής στην έρευνα και χωρίς οικονομικά ανταλλάγματα και
δδ) τη δυνατότητα ελεύθερης ανάκλησης της παρεχόμενης συναίνεσης.
β) Ελεύθερη, ανεπιφύλακτη, ειδική και τεκμηριωμένη συναίνεση του ανθρώπου που υπόκειται σε ιατρική έρευνα, ο οποίος έχει τη σχετική ικανότητα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο άρθρο 12.
γ) Οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται ο άνθρωπος είναι δυσανάλογα μικροί σε σχέση με τα πιθανά οφέλη από την έρευνα.
δ) Το ερευνητικό πρόγραμμα έχει εγκριθεί από το αρμόδιο όργανο, μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Επιστημονικού Συμβουλίου και της αρμόδιας Επιτροπής Δεοντολογίας. Το Επιστημονικό Συμβούλιο ή η Επιτροπή Δεοντολογίας μπορεί, κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, να προβεί σε επανεκτίμηση των όρων και συνθηκών διεξαγωγής αυτής.
3. Η έρευνα σε άτομα τα οποία δεν διαθέτουν ικανότητα συναίνεσης, σύμφωνα με το άρθρο 12, επιτρέπεται μόνον εφόσον:
α) πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων,
β) τα αποτελέσματα της έρευνας μπορούν να οδηγήσουν σε άμεσο όφελος της υγείας του ατόμου,
γ) δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί έρευνα αντίστοιχης αποτελεσματικότητας σε άτομα τα οποία διαθέτουν ικανότητα συναίνεσης,
δ) έχει δοθεί η απαραίτητη συναίνεση, σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 2 του άρθρου 12 και (ε) το άτομο δεν αντιτίθεται με οποιονδήποτε τρόπο.
4. Οποιαδήποτε διαγνωστική ή θεραπευτική μέθοδος δεν εφαρμόζεται διεθνώς, χαρακτηρίζεται ως πειραματική και επιτρέπεται η εφαρμογή της μόνο ύστερα από έγκριση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ). Ιατροί, που εφαρμόζουν πειραματικές, διαγνωστικές ή θεραπευτικές πράξεις, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων του παρόντος ή την ανωτέρω έγκριση, τιμωρούνται με την ποινή της οριστικής αφαίρεσης της άδειας άσκησης επαγγέλματος, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 36.

Άρθρο 25
Κλινική έρευνα με νέα φάρμακα ή νέες διαγνωστικές και θεραπευτικές μεθόδους

1. Οι κλινικές μελέτες με νέα φάρμακα ή εφαρμογή νεότερων διαγνωστικών και θεραπευτικών μεθόδων επιτρέπονται εφόσον:
α) ανταποκρίνονται στις γενικές προδιαγραφές και διαδικασίες, όπως αυτές καθορίζονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
β) υπάρχουν ισχυρές επιστημονικές ενδείξεις ότι η χρήση τους ή η εφαρμογή τους θα αυξήσει τις πιθανότητες επιβίωσης ή αποκατάστασης της υγείας ή ανακούφισης των ασθενών που πάσχουν από αντίστοιχες νόσους και η ωφελιμότητα θα είναι σοβαρά σημαντικότερη του ενδεχόμενου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών,
γ) συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου.
2. Αν ο ασθενής αρνηθεί τη συμμετοχή του σε μια τέτοια μελέτη, ο ιατρός οφείλει να λάβει κάθε μέτρο, προκειμένου η άρνηση του ασθενή να μην επηρεάζει αρνητικά τη σχέση ιατρού προς ασθενή.
3. Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί νέα φάρμακα άγνωστης αποτελεσματικότητας ή να εφαρμόζει νέες θεραπευτικές ή διαγνωστικές μεθόδους αγνώστων συνεπειών, χωρίς την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων που διέπουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή κλινικών μελετών. Αναγνωρίζει ως θεμελιώδη κανόνα ότι η πιθανή διαγνωστική ή θεραπευτική αξία, προς όφελος του ασθενή, έχει προτεραιότητα έναντι της επιστημονικής γνώσης, που ενδεχομένως αποκτάται από τα νέα φάρμακα ή τις νέες θεραπευτικές ή διαγνωστικές μεθόδους.

Άρθρο 26
Μη θεραπευτική βιοϊατρική έρευνα

1. Επιτρέπεται η ιατρική έρευνα σε ανθρώπους, για καθαρώς επιστημονικούς λόγους, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 24 και επιπλέον τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ο ιατρός ερευνητής θεωρεί ύψιστο καθήκον του την προστασία της ζωής, της υγείας και της αξιοπρέπειας του προσώπου στο οποίο διεξάγεται η έρευνα, η οποία προστασία προηγείται του συμφέροντος της επιστήμης ή της κοινωνίας,
β) ο ιατρός ερευνητής λαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο, έτσι ώστε η συμμετοχή του ατόμου στη έρευνα να γίνεται χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα.
2. Ο ιατρός ερευνητής διακόπτει την έρευνα, αν, κατά την κρίση του, η συνέχιση της μπορεί να επιφέρει σοβαρή, επικίνδυνη ή απλή βλάβη στο άτομο.

Άρθρο 27
Δημοσιότητα των ανακαλύψεων

1. Ο ιατρός υποχρεούται να καθιστά γνωστές, κατά προτεραιότητα, στην ιατρική κοινότητα, με τον πιο πρόσφορο τρόπο, τις ανακαλύψεις που επέτυχε και τα συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει από τις επαγγελματικές του μελέτες σε διαγνωστικά ή θεραπευτικά θέματα. Αποφεύγει την ευρύτερη δημοσιοποίηση των ανακαλύψεων και των συμπερασμάτων του στο μη ιατρικό κοινό, προτού τα υποβάλει στην κριτική των συναδέλφων του.
2. Ο ιατρός σε κάθε επιστημονική ανακοίνωσή του αναφέρει όλους τους συνεργάτες του, που συνέβαλαν στο περιεχόμενο της επιστημονικής ανακοίνωσης. Επιπλέον, δηλώνει οπωσδήποτε την επιχείρηση ή εταιρεία, που χρηματοδότησε ολικά ή μερικά την έρευνά του.
3. Ιατροί, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι σύνταξης βιοϊατρικών περιοδικών ή μετέχουν στη συντακτική τους επιτροπή, πριν προχωρήσουν στη δημοσίευση των εργασιών που προκύπτουν από την ερευνητική διαδικασία, ελέγχουν την τήρηση των κανόνων των άρθρων 24 έως και 26 ή απαιτούν υπεύθυνη δήλωση για την τήρησή τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'
ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Άρθρο 28
Φροντίδα ψυχικής υγείας

1. Ο ψυχίατρος πρέπει να προσφέρει την καλύτερη δυνατή θεραπεία σύμφωνα με τις γνώσεις του και να παρέχει τις φροντίδες του μέσα στο πλαίσιο του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των ανθρώπων που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές. Ενθαρρύνει επίσης τη γενικότερη προαγωγή της ψυχικής υγείας.
2. Ο ψυχίατρος οφείλει να ενημερώνεται, να εκπαιδεύεται και να επιμορφώνεται τακτικά σε θέματα που αφορούν τόσο τις εξελίξεις της επιστήμης του, όσο και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών ελευθεριών των ανθρώπων που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές, καθώς και στην αποφυγή και τον έλεγχο της βίας.
3. Ο ψυχίατρος οφείλει να προβαίνει σε θεραπευτικές παρεμβάσεις στο μέτρο που αυτές περιορίζουν ελάχιστα την ελευθερία του ανθρώπου που πάσχει από ψυχικές διαταραχές και να ζητεί τη γνώμη συναδέλφων του, όπου αυτό θεωρείται αναγκαίο. Όταν ο ψυχίατρος είναι υπεύθυνος για τη θεραπεία ή τις υποστηρικτικές ενέργειες που παρέχονται στο χώρο των ψυχικών διαταραχών από άλλους επαγγελματίες, οφείλει να τους εκπαιδεύει και να τους επιβλέπει κατάλληλα.
4. Ο ψυχίατρος οφείλει να γνωρίζει και να αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος που πάσχει από ψυχικές διαταραχές είναι δικαιωματικά εταίρος στη θεραπευτική διαδικασία. Η θεραπευτική σχέση βασίζεται τόσο στην εχεμύθεια του ιατρού, όσο και σε αμοιβαία Εμπιστοσύνη και σεβασμό, ώστε να επιτρέπει σε αυτόν που πάσχει από ψυχικές διαταραχές να συμμετέχει στην αποφασιστική διαδικασία, σύμφωνα με τις προσωπικές του αξίες και προτιμήσεις.
5. Ο ψυχίατρος οφείλει να ενημερώνει τον άνθρωπο που πάσχει από ψυχικές διαταραχές για τη φύση της κατάστασής του, τις θεραπευτικές διαδικασίες, καθώς και τις τυχόν εναλλακτικές αυτών, όπως επίσης και την πιθανή έκβαση των θεραπευτικών διαδικασιών.
6. Ο ψυχίατρος σέβεται την πνευματική, συναισθηματική και ηθική αυτονομία του ανθρώπου που πάσχει από ψυχικές διαταραχές. Για αυτόν το λόγο, κατά τη θεραπεία, λαμβάνει τα ανάλογα μέτρα, που διασφαλίζουν την άσκηση των θρησκευτικών και πολιτικών επιλογών του ανθρώπου που πάσχει από ψυχικές διαταραχές, καθώς και τη συμμετοχή του σε πρόσφορες κοινωνικές δραστηριότητες, εφόσον αυτές δεν επηρεάζουν αρνητικά την ψυχική του κατάσταση ή δεν εμπλέκονται στην ψυχοπαθολογία του.
7. Ο ψυχίατρος οφείλει να συνεννοείται με τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 12, όταν ο άνθρωπος που πάσχει από ψυχικές διαταραχές δεν διαθέτει ικανότητα λήψης αποφάσεων, λόγω των διαταραχών αυτών.
8. Ο ψυχίατρος δεν χορηγεί καμία θεραπεία χωρίς τη θέληση του ανθρώπου που πάσχει από ψυχικές διαταραχές, εκτός εάν η άρνηση θεραπείας θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του ίδιου και εκείνων που τον περιβάλλουν ή συνεπάγεται σοβαρή επιβάρυνση της πορείας της ψυχικής του διαταραχής. Αν καθίσταται επιτακτική η αναγκαστική νοσηλεία του ανθρώπου που πάσχει από ψυχικές διαταραχές, αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία.
9. Δεν επιτρέπεται στον ψυχίατρο να επωφεληθεί από τη θεραπευτική του σχέση με τον άνθρωπο που πάσχει από ψυχικές διαταραχές και να επιτρέψει να υπεισέλθουν στη θεραπεία ανάρμοστες προσωπικές επιθυμίες, συναισθήματα, προκαταλήψεις και πεποιθήσεις, ούτε να χρησιμοποιήσει πληροφορίες που έχουν αποκτηθεί, κατά τη σχέση αυτή, για προσωπικούς λόγους, οικονομικά ή ακαδημαϊκά οφέλη. Επιτρέπεται η παραβίαση του απορρήτου, μόνον όταν η τήρησή του θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρή σωματική ή ψυχική βλάβη σε αυτόν που πάσχει από ψυχικές διαταραχές ή σε τρίτο πρόσωπο.
10. Ο ψυχίατρος που καλείται να διατυπώσει μια εκτίμηση για ένα πρόσωπο με σκοπούς άλλους από τους θεραπευτικούς, όπως κατά τη διενέργεια ψυχιατροδικαστικής εκτίμησης, οφείλει πρώτα να το ενημερώσει και να το συμβουλεύσει για το σκοπό της εκτίμησης αυτής, τη χρήση των ευρημάτων και τις πιθανές επιπτώσεις της εκτίμησης.
11.Ο ψυχίατρος οφείλει, στις έρευνες που διεξάγονται σε ανθρώπους που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές, να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να διαφυλάσσεται η αυτονομία τους, καθώς και η ψυχική και σωματική τους ακεραιότητα. Επίσης, οφείλει να ενημερώνει τους ανθρώπους αυτούς για τους σκοπούς της έρευνας και τις
ενδεχόμενες ανεπιθύμητες επιδράσεις της και να εξασφαλίζει, μετά από πλήρη, σαφή και κατανοητή ενημέρωση, τη συγκατάθεση των ασθενών, αναφορικά με τη συμμετοχή τους σε ερευνητικό πρόγραμμα. Η προσπάθεια του ψυχιάτρου για την καλύτερη δυνατή θεραπεία ανθρώπου που πάσχει από ψυχικές διαταραχές δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να επηρεάζεται από την άρνηση συμμετοχής του συγκεκριμένου
ανθρώπου σε έρευνα του ψυχιάτρου.
12. Ο ψυχίατρος με κανέναν τρόπο δεν θα πρέπει να χρησιμοποιεί μέσα και μεθόδους του επαγγέλματός του, που πειθαναγκάζουν σε τροποποίηση ή αλλαγή στάσεων και συμπεριφορών που σχετίζονται με πολιτικές ή και κοινωνικές πεποιθήσεις ή, γενικότερα, εξυπηρετούν άλλους σκοπούς πλην των θεραπευτικών και της προαγωγής της υγείας του ατόμου και της κοινωνίας.
13. Ο ψυχίατρος πρέπει να φροντίζει ώστε οι ψυχικά πάσχοντες να παρουσιάζονται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.) με τρόπο που, αφ’ ενός μεν προστατεύει την τιμή και την αξιοπρέπειά τους, αφ’ ετέρου δε μειώνει το στίγμα και τη διάκριση εναντίον τους. Ο ψυχίατρος δεν πρέπει να κάνει ανακοινώσεις στα Μ.Μ.Ε. για την
υποτιθέμενη ψυχοπαθολογία οποιουδήποτε ατόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ'
ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Άρθρο 29
Ιατρικές αποφάσεις στο τέλος της ζωής

1. Ο ιατρός, σε περίπτωση ανίατης ασθένειας που βρίσκεται στο τελικό της στάδιο, ακόμη και αν εξαντληθούν όλα τα ιατρικά θεραπευτικά περιθώρια, οφείλει να φροντίζει για την ανακούφιση των ψυχοσωματικών πόνων του ασθενή. Του προσφέρει παρηγορητική αγωγή και συνεργάζεται με τους οικείους του ασθενή προς αυτήν την κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση, συμπαρίσταται στον ασθενή μέχρι το τέλος της ζωής του και φροντίζει ώστε να διατηρεί την αξιοπρέπειά του μέχρι το σημείο αυτό.
2. Ο ιατρός λαμβάνει υπόψη τις επιθυμίες που είχε εκφράσει ο ασθενής, ακόμη και αν, κατά το χρόνο της επέμβασης, ο ασθενής δεν είναι σε θέση να τις επαναλάβει.
3. Ο ιατρός οφείλει να γνωρίζει ότι η επιθυμία ενός ασθενή να πεθάνει, όταν αυτός βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο, δε συνιστά νομική δικαιολόγηση για τη διενέργεια πράξεων οι οποίες στοχεύουν στην επίσπευση του θανάτου.

Άρθρο 30
Ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή

1. Ο ιατρός οφείλει να παράσχει στον ενδιαφερόμενο κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με το θέμα της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και της αντισύλληψης.
2. Ο ιατρός συζητά, ενημερώνει για τις θετικές και αρνητικές συνέπειες και ενθαρρύνει την προσφυγή στις μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ιατρικής αδυναμίας απόκτησης παιδιών με φυσικό τρόπο ή προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση σοβαρής ασθένειας στο παιδί. Η εφαρμογή των μεθόδων αυτών διέπεται από το σεβασμό στην προσωπικότητα του
ανθρώπου και την ελεύθερη και σοβαρή βούληση του, όπως αυτή σχηματίζεται
μετά από πλήρη και τεκμηριωμένη ενημέρωση. Σε κάθε περίπτωση, ο  ιατρός απέχει από κάθε επιχείρηση ή προσπάθεια βιομηχανοποίησης της διαδικασίας της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
3. Οποιαδήποτε παρέμβαση στο έμβρυο, η οποία γίνεται στο πλαίσιο εφαρμογής των μεθόδων ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις για την προστασία της γενετικής ταυτότητας και την απαγόρευση τροποποιήσεων του ανθρώπινου γονιδιώματος, που είναι δυνατόν να μεταβιβασθούν στην επόμενη γενεά.
4. Η κλωνοποίηση ως μέθοδος αναπαραγωγής ανθρώπου απαγορεύεται.
5. Ο ιατρός μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες και τις αρχές της ηθικής συνείδησης του και να αρνηθεί να εφαρμόσει ή να συμπράξει στη διαδικασία της ιατρικώς
υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Άρθρο 31
Τεχνητή διακοπή κύησης

1. Ο ιατρός μπορεί να επικαλεσθεί τους κανόνες και τις αρχές της ηθικής συνείδησής του και να αρνηθεί να εφαρμόσει ή να συμπράξει στη διαδικασία τεχνητής διακοπής της κύησης, εκτός εάν υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της υγείας της. Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται σύμφωνη και αιτιολογημένη γνώμη του κατά περίπτωση αρμόδιου ιατρού.
2. Ο ιατρός οφείλει να παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη στη γυναίκα που ζητεί την παροχή των υπηρεσιών του, πριν προχωρήσει στη διακοπή της κύησης.

Άρθρο 32
Μεταμοσχεύσεις ιστών και οργάνων

1. Ο ιατρός οφείλει να ενθαρρύνει τις μεταμοσχεύσεις ιστών και οργάνων που γίνονται για θεραπευτικούς λόγους, παρέχοντας σωστή ενημέρωση και συνεργαζόμενος με τους αντίστοιχους φορείς και υπηρεσίες.
2. Ο ιατρός δεν παρέχει τις υπηρεσίες του εάν η μεταμόσχευση γίνεται ή επιχειρείται να γίνει με οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή υποκρύπτει τέτοιο. Η καταβολή των δαπανών που είναι απαραίτητες για τη μεταμόσχευση δεν συνιστά αντάλλαγμα.
3. Ο ιατρός προστατεύει, με κάθε τρόπο, το απόρρητο της ταυτότητας του δότη και του λήπτη.

Άρθρο 33
Αιμοδοσία

1. Ο ιατρός ενθαρρύνει πάντοτε την εθελοντική και μη αμειβόμενη αιμοδοσία. Το οικονομικό όφελος δεν πρέπει ποτέ να αποτελεί κίνητρο ούτε για τους αιμοδότες ούτε για τους υπεύθυνους συλλογής αίματος.
2. Ο ιατρός, εκτός από τη μέριμνα του αιμολήπτη, έχει και τη μέριμνα του αιμοδότη. Η μέριμνα για την υγεία και την ασφάλεια του αιμοδότη είναι διαρκής.
3. Ο ιατρός γνωρίζει στον αιμοδότη όλους τους κινδύνους που εμπεριέχει η διαδικασία της αιμοδοσίας.
4. Ο ιατρός λαμβάνει κάθε μέτρο για την τήρηση της ανωνυμίας μεταξύ αιμοδοτών και αιμοληπτών, εκτός εάν συντρέχουν ειδικοί εξαιρετικοί λόγοι, όπως η διασφάλιση της υγείας του αιμολήπτη ή λόγοι ηθικής ευπρέπειας ή συγγενικής ή κοινωνικά πρόσφορης αλληλεγγύης.

Άρθρο 34
Προστασία γενετικής ταυτότητας

1. Παρεμβάσεις του ιατρού οι οποίες οδηγούν στην τροποποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος μπορούν να γίνουν μόνο για προληπτικούς, διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς. Σε καμία περίπτωση η τροποποίηση αυτή δεν μπορεί να μεταφέρεται στο γονιδίωμα της επόμενης γενεάς.
2. Δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της γενετικής τεχνολογίας για πολιτικούς ή στρατιωτικούς σκοπούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι'
ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ

Άρθρο 35
Σχέσεις ιατρού προς τον Ιατρικό Σύλλογο

1. Ο ιατρός είναι υποχρεωμένος να εκπληρώνει πρόθυμα και απροφάσιστα όλα τα επιβεβλημένα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις προς τον Ιατρικό Σύλλογο του οποίου είναι μέλος.
2. Ο ιατρός οφείλει να εγγραφεί ως μέλος του Ιατρικού Συλλόγου στην περιφέρεια του οποίου έχει την επαγγελματική του εγκατάσταση.
3. Ο ιατρός οφείλει να προσέρχεται ανελλιπώς στις γενικές συνελεύσεις και να συμβάλλει με τις γνώσεις και το ζήλο του στην προαγωγή και ολοκλήρωση των σκοπών του Συλλόγου, να αναλαμβάνει και να εκτελεί ενόρκως και ευσυνείδητα κάθε υπηρεσία που του ανατίθεται, να εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις τακτικά και έγκαιρα, να μετέχει στις ψηφοφορίες για την εκλογή των καταλληλότερων, κατά την κρίση του, οργάνων διοίκησης, να βοηθά το Σύλλογο όταν καλείται και να προσέρχεται σε κάθε περίσταση, καθώς και να υπακούει στις αποφάσεις του Συλλόγου που λαμβάνονται νόμιμα και είναι δεσμευτικές για το σύνολο.
4. Κάθε παράλειψη ή παράβαση των υποχρεώσεων του ιατρού προς τον Ιατρικό Σύλλογο, καθώς και κάθε απείθεια προς τις αποφάσεις του, επισύρει πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του υπεύθυνου ιατρού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ'
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 36
Κυρώσεις

1. Κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος τιμωρείται πειθαρχικά από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα.
2. Επιπλέον ο ιατρός που παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 6 παράγραφοι 4 και 5, 19 παράγραφοι 5, 6 και 7, 24 παράγραφος 4, 28 παράγραφος 9 και 30 παράγραφος 4, τιμωρείται με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και προσωρινή παύση από θέση που τυχόν κατέχει στο Δημόσιο για τουλάχιστον δύο (2) έτη και πρόστιμο ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000,00) έως και διακοσίων χιλιάδων (200.000,00) ευρώ. Η ποινή επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Ιατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας, η οποία εκδίδεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την αποστολή σχετικού ερωτήματος. Σε περίπτωση τελέσεως εκ νέου μίας από τις ανωτέρω παραβάσεις, επιβάλλεται υποχρεωτικά, με όμοια απόφαση, οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και οριστική παύση.
3. Ο ιατρός έχει δικαίωμα σε αποκατάσταση, αποζημίωση και επανόρθωση κάθε οικονομικής ή ηθικής βλάβης ή ζημίας που υπέστη από την εναντίον του άσκηση κάθε είδους αβάσιμης αναφοράς από φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Κάθε ιατρός ο οποίος κατηγορείται στο πλαίσιο αστικής, ποινικής ή πειθαρχικής διαδικασίας έχει δικαίωμα απόλυτου σεβασμού της προσωπικότητας του.

-----------------------------------

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ  (αφορά στο ΠΔ 38/2004 ΦΕΚ 35/Α/09-02-2004)

α) Κοινοτικό Δίκαιο
Το Συμβούλιο της Ευρώπης σκοπεύοντας στην πραγμάτωση της ελευθερίας εγκατάστασης των ιατρών στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. εξέδωσε την Οδηγία 93/16, η οποία κωδικοποίησε διάφορες οδηγίες περί των προσόντων των ιατρών.
Με βάση την οδηγία αυτή τα κράτη-μέλη από 1/01/1995 υποχρεούνται να απονέμουν την ιδιότητα του γενικού ιατρού σε όσους έχουν λάβει τριετή τουλάχιστον εκπαίδευση. Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο 35 παρέχει τη δυνατότητα χορήγησης του τίτλου ειδικότητας, εάν οι ιατροί έχουν λάβει άλλη συμπληρωματική εκπαίδευση που πιστοποιείται με δίπλωμα, τίτλο κ.λ.π. Παράλληλα κατοχυρώθηκαν τα δικαιώματα εκείνων, οι οποίοι προ της ισχύος της Οδηγίας ασκούσαν τη γενική ιατρική χωρίς να έχουν υποστεί ειδική εκπαίδευση και δεν κατέχουν σχετικό τίτλο, εργάζονταν όμως ως γενικοί ιατροί στα πλαίσια του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων πριν την 1/01/1995. Σε αυτούς απονέμεται «πιστοποιητικό» περί του δικαιώματός τους να ασκούν δραστηριότητες με την ιδιότητα του γενικού ιατρού.

β) Εσωτερικό δίκαιο
Η ελληνική έννομη τάξη, με μία σειρά νομοθετικών κειμένων, έχει θεσπίσει τις γενικές προϋποθέσεις χορήγησης στους ιατρούς της ειδικότητας γενικής ιατρικής και έχει προβλέψει τη δυνατότητα χορήγησης της ειδικότητας σε αγροτικούς ιατρούς ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας τους, εφ’ όσον λάβουν συμπληρωματική εκπαίδευση και έχουν πραγματοποιήσει άσκηση για κάποιο χρονικό διάστημα.
Με το Π.Δ. 38/2004 προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις των οδηγιών 2001/19/ΕΚ, 1999/46/ΕΚ, 98/63/ΕΚ, 98/21/ΕΚ και 93/16/ΕΟΚ που αφορούν το επάγγελμα του γιατρού. Το άρθρο 9 του Π.Δ. αντικατέστησε στο ΠΔ 84/86 το κεφάλαιο Ζ’. Το νέο άρθρο 22 παρ. 1 με τίτλο «ειδική εκπαίδευση στη γενική ιατρική» ορίζει τα εξής: «Η άσκηση της γενικής ιατρικής προϋποθέτει πλήρη κύκλο σπουδών που αναφέρεται στο άρθρο 23 της Οδηγίας 93/16/ΕΟΚ, όπως αυτό συμπληρώθηκε από το άρθρο 14 παρ. 9 της Οδηγίας 2001/19/ΕΚ και ειδική εκπαίδευση στη Γενική Ιατρική, η οποία ανταποκρίνεται τουλάχιστον στις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 31 και 32 της Οδηγίας 93/16/ ΕΟΚ, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τρόπο ώστε τα πρώτα διπλώματα, πιστοποιητικά ή άλλοι τίτλοι που την πιστοποιούν να χορηγούνται το αργότερο την 101.2006. Η εκπαίδευση στη γενική ιατρική έχει διάρκεια τριών ετών με πλήρη απασχόληση και πραγματοποιείται υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών ή οργανισμών».
Περαιτέρω το άρθρο 22 παρ. 2 «περί κεκτημένων δικαιωμάτων» προβλέπει ότι: «οι ιατροί, οι οποίοι έχουν πάρει άδεια άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος και έχουν δικαίωμα άσκησης δραστηριοτήτων του ιατρού με την ιδιότητα του γενικού ιατρού στα πλαίσια του εθνικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, χωρίς το δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο προβλεπόμενο από το εδάφιο α’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, στις 31/12/1994 και σύμφωνα με τις ισχύουσες μέχρι της ημερομηνίας αυτής διατάξεις, διατηρούν το δικαίωμα αυτό και αν δεν έχουν ειδική εκπαίδευση στη γενική ιατρική, εφοδιαζόμενοι προς τούτο με το πιστοποιητικό της παρ. 4 του άρθρου 36 της Οδηγίας 93/16/ΕΟΚ».
Το άρθρο 11 του ΠΔ 38/2004 ορίζει ότι «από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται στο παρόν Προεδρικό Διάταγμα» με αποτέλεσμα ο Νόμος 3209/2003 να μην ισχύει.
Σε κάθε περίπτωση, η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου επί του εσωτερικού επιβάλλει την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας και την κατάργηση κάθε αντίθετης διάταξης. Με αυτές τις σκέψεις η απονομή του τίτλου ειδικότητας γενικής ιατρικής, όχι κατόπιν τριετούς τουλάχιστον εκπαίδευσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 30 της Οδηγίας, ή της συναφούς, βεβαιωμένης με πιστοποιητικό, εκπαίδευσης του άρθρου 35 της Οδηγίας, αλλά βάσει επαγγελματικής πείρας και εξετάσεων αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο. Έτσι τίθεται θέμα όχι μόνο παραπομπής της χώρας μας στο ΔΕΚ αλλά και ανάκλησης των παρανόμως χορηγηθέντων τίτλων ειδικότητας στους επιτυχόντες στις εξετάσεις ιατρούς.


Σχετ. Βιβλ.:      1.«Εισαγωγή στο Δίκαιο της Υγείας» - Αλεξιάδης Αρ.- Δημήτριος
2.«Δίκαιο της Υγείας» - Νομική Βιβλιοθήκη - Κ. Κρεμαλής
3.«Η ποινική ευθύνη στην Ιατρική Πράξη» - Νομική Βιβλιοθήκη – Πλεύρης Κ.                    Αθανάσιος
4. Διαδίκτυο (Internet)
5. Ποινικός Κώδικας και ποινική νομοθεσία εν γένει

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου